«Βόμβα» από τα ονόματα που ενέπλεξε ο Ευσταθίου στις υποθέσεις δωροδοκίας

«Βόμβα» από τα ονόματα που ενέπλεξε ο Ευσταθίου στις υποθέσεις δωροδοκίας

Ρεπορτάζ : Γιάννης Κοκκινίδης

Σαν «βόμβα» έπεσαν τα ονόματα στο Πεντάγωνο των δύο αρχηγών Γενικών Επιτελείων που ενέπλεξε σε υποθέσεις δωροδοκίας σε εξοπλιστικά προγράμματα ο 83χρονος Πάνος Ευσταθίου, αντιπρόσωπος γερμανικής εταιρείας Αμυντικών.

Αξιωματικοί υπεράνω πάσης υποψίας, υποστηρίζουν όσοι τους γνωρίζουν, ωστόσο η έρευνα θα αποδείξει την εμπλοκή τους ή όχι στο πάρτι της μίζας εκατομμυρίων που είχε στηθεί γύρω από την προμήθεια οπλικών συστημάτων.  

Ο Ευσταθίου ενέπλεξε σε μίζες τον πρώην Αρχηγό ΓΕΝ Γιώργο Θεοδωρουλάκη που έχει αποβιώσει και τον πρώην αρχηγό ΓΕΣ Κωνσταντίνο Παναγιωτάκη. Το περίεργο είναι ότι και οι δύο ανώτατοι αξιωματικοί άφησαν πολύ καλό όνομα στο Πεντάγωνο.

Θεωρούνται ότι έκαναν τη δουλειά τους ευσυνείδητα και είχαν τις ικανότητες για τη θέση στην οποία τοποθετήθηκαν.

Συγκεκριμένα ο πρώην αρχηγός ΓΕΣ αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης θεωρούνταν από τους πιο ικανούς αξιωματικούς και τους πιο ηθικούς που έχουν περάσει από το Πεντάγωνο. 

Μάλιστα επί  υπουργίας του Άκη Τσοχατζόπουλου αποστρατεύθηκε ανεξήγητα. Οι φήμες θέλουν τον τότε αρχηγό ΓΕΣ να υπερασπίστηκε έναν αξιωματικό του και να διαφώνησε με τον Άκη Τσοχατζόπουλο στις προαγωγές κάποιων άλλων «εκλεκτών».

Όλοι στο Πεντάγωνο θυμούνται και το θεωρούν ενδεικτικό του ακέραιου χαρακτήρα του ότι ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης ήταν αυτός που διαφώνησε στην αγορά του ραντάρ αντιπυροβολικού TPQ-37 που κόστισε στο ελληνικό δημόσια 130 εκ. ευρώ. Το TPQ-37 είναι ένα σύστημα που εντοπίζει το σημείο από το οποίο εκτοξεύονται τα εχθρικά πυρά δίνοντας συντεταγμένες των αντίπαλων δυνάμεων.

Ο αντιστράτηγος Παναγιωτάκης στην εισήγηση του ανέφερε ότι το σύστημα δεν πληροί τις προδιαγραφές είναι απαρχαιωμένο και κατέληγε ότι δεν πρέπει να γίνει η προμήθεια του συγκεκριμένου συστήματος. Παρ΄ όλα αυτά ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Άκης Τσοχατζόπουλος έγραψε πάνω στη σχετική εισήγηση «η παραγγελία να μείνει ως έχει» (!).

Η προμήθεια αυτή ξεκίνησε το 1997. Με το υπ’ αρ. 219/10.1197 πρακτικό του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε η προμήθεια 6 ραντάρ αντιπυροβολικού-αντιολμικού για τις ανάγκες του Στρατού, σύμφωνα με τις συνταχθείσες προδιαγραφές.

 Η Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών υποτίθεται ότι ξεκίνησε διενέργεια διεθνούς διαγωνισμού.

Από το ΓΕΣ ορίστηκε ως εκπρόσωπός του ο αντισυνταγματάρχης Μενέλαος Μεϊμαράκης.

Τον Οκτώβριο 1999 ο εν λόγω αντισυνταγματάρχης υποβάλλει αναφορά στο ΓΕΣ/ΔΠΒ, με την οποία καταγγέλλει ότι η πρόταση της R για τα ραντάρ TPQ-37 δεν πληροί προδιαγραφές. Προσθέτει ότι τα ραντάρ είναι υπερκοστολογημένα και «παρωχημένης» τεχνολογίας.

Η κατασκευάστρια εταιρεία, για να μην χάσουν την παραγγελία στέλνουν στην Ελλάδα δύο ραντάρ του συγκεκριμένου τύπου για να αξιολογηθούν, ώστε να αρθούν οι αντιρρήσεις του ΓΕΣ.

Τα ραντάρ αξιολογήθηκαν στη Σχολή Πυροβολικού, δυσμενώς. Η επιτροπή του ΓΕΣ σημείωσε ότι οι Αμερικανοί έχουν έτοιμα για την αγορά τα TPQ-47 και θέλουν να ξεφορτωθούν τα TPQ-37. Επιπλέον ανέφεραν ότι υπάρχουν και ευρωπαϊκα ραντάρ αντιπυροβολικού  πιο σύγχρονα και πιο φθηνά.

Ο τότε αρχηγός ΓΕΣ αντιστράτηγος Παναγιωτάκης πρότεινε την ακύρωση προμήθειας των ΤPQ-37.

Τελικά το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα αγοράστηκε.

Επί εποχής Γιάννου Παπαντωνίου επαναξιολογήθηκε το ΤPQ-37, χωρίς να έχουν εκλείψει τα προβλήματα που είχε το σύστημα παρά τις παρεμβάσεις που είχε κάνει η κατασκευάστρια εταιρία.

Η νέα αναφορά ανέφερε τότε: «Δεν επιβεβαιώθηκαν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά. Πέραν αυτού, πληρώνουμε χωρίς λόγο πυρομαχικά και καταπονούμε προσωπικό για τις δοκιμές».

Ο διάδοχος του Γ. Παπαντωνίου, Σπήλιος Σπηλιωτόπουλος, έστειλε τον φάκελο στον Εισαγγελέα, μαζί με την υπόθεση ΤΟR-M1. Η ανακρίτρια (Αντιεισαγγελέας Πρωτοδικών Ελένη Τουλουπάκη) δεν άργησε να βγάλει το πόρισμά της (21.9.04) και το έστειλε στον Άρειο Πάγο και από εκεί στη Βουλή υπογεγραμμένο από τον Αντιεισαγγελέα Ελευθ. Βορτσέλα. Η Βουλή αποφάσισε παραπομπή σε Εξεταστική Επιτροπή των Τσοχατζόπουλου – Παπαντωνίου.

Το πιο αστείο είναι ότι όταν κλήθηκε ο αντιστράτηγος Παναγιωτάκης να καταθέσει μπήκε στο στόχαστρο του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος του είπε: «Να διερευνηθεί, κ. πρόεδρε (της Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής), εάν ορθώς ο Αρχηγός ΓΕΣ προσυπέγραψε έγγραφο των υφισταμένων του ενάντια στην αγορά των TPQ-37, εάν ήταν νόμιμη η διαδικασία αυτή ή εάν η μεγάλη παρανομία είναι εκεί, ότι δηλαδή εστάλη το έγγραφο για να προωθηθούν συγκεκριμένα, άλλα συστήματα!».

Όσο για τον πρώην αρχηγό ΓΕΝ ο οποίος δεν είναι πια στην ζωή είχε παραιτηθεί επί υπουργίας Γιάννου Παπαντωνίου διαφωνώντας με τις κρίσεις αξιωματικών.

Πολλοί αξιωματικοί λένε πως αν ο συγκεκριμένος αρχηγός ενδιαφέρονταν για μίζες δεν θα έρχονταν ποτέ σε σύγκρουση με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας υπερασπιζόμενος τους ικανούς να προαχθούν στις ετήσιες κρίσεις.

Πώς στήνονταν οι προμήθειες και οι... μίζες

Τα Γενικά Επιτελεία, μετά το επεισόδιο των Ιμίων όπου και διαπιστώθηκε  έλλειψη σύγχρονων οπλικών συστημάτων και ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των υπαρχόντων, άρχισαν να κάνουν εισηγήσεις  για εξοπλιστικά προγράμματα.

Αυτές οι εισηγήσεις έφταναν στη Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών η οποία με τη σειρά της ζητούσε από τα Επιτελεία να προτείνουν άτομα ώστε να συσταθούν Επιτροπές για να διαπραγματευθούν τις σχετικές συμβάσεις.

Η λίστα με τους αξιωματικούς που στελέχωναν τις εν λόγω επιτροπές έπρεπε να υπογραφθούν και από τον εκάστοτε υπουργό Άμυνας.

Οπότε τοποθετούνταν οι «κατάλληλοι» αξιωματικοί που εκτιμούσαν από το υπουργείο Άμυνας και από τη Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών ότι θα ανταποκριθούν…. όπως πρέπει.

Σε πολλούς αξιωματικούς που διαφωνούσαν με κάποια συγκεκριμένη προμήθεια, τους συμβούλευαν κάποια άλλα ένθερμα μέλη της επιτροπής να συνυπογράψουν γιατί υπήρχε «πολιτική απόφαση». Όποιος δεν ευθυγραμμίζονταν ήξερε ότι στις επόμενες κρίσεις ίσως τον αποστράτευαν….

Οπότε κάποιοι συνυπέγραφαν λόγω πίεσης που τους ασκούνταν ενώ κάποιοι άλλοι έβαζαν την υπογραφή τους για… προσωπικούς λόγους.

Σε άλλες περιπτώσεις ορίζονταν από την Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών η λεγόμενη «Κεντρική Γνωμοδοτική Επιτροπή» που με τη διαδικασία του κατεπείγοντος προχωρούσαν σε συμβάσεις αγοράς οπλικών συστημάτων  χωρίς διαγωνισμούς.

Επικαλούνταν το επείγον του θέματος ή το άκρως απόρρητο της προμήθειας για επιτακτικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων.

Και βέβαια ο εκάστοτε υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν σε ανοιχτή γραμμή με τη Γενική Διεύθυνση Εξοπλισμών που παρακολουθούσε στενά την κάθε αγορά και ήξερε ποιοι αξιωματικοί συμμετέχουν στην «Κεντρική Γνωμοδοτική Επιτροπή».

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο