Ο μεγάλος συνασπισμός της Μέρκελ παίρνει τον δρόμο των όπλων

Ο μεγάλος συνασπισμός της Μέρκελ παίρνει τον δρόμο των όπλων

Γράφει ο Παναγιώτης Βελισσάρης - Λυμπερίδης

Ο μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός στη Γερμανία ετοιμάζεται να λάβει αναλόγου μεγέθους αποφάσεις σε ότι έχει να κάνει με την εξωτερική και την αμυντική πολιτική της χώρας. Όντας η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης το Βερολίνο ετοιμάζεται να εμπλακεί ακόμη πιο ενεργά στα καυτά ζητήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Οι δηλώσεις που έκανε την περασμένη εβδομάδα η υπουργός Άμυνας Ούρσουλα Φον Ντερ Λάγιεν στο περιοδικό Spiegel δεν χωρούν παρερμηνείες. «Δεν μπορεί να κοιτά από την άλλη μεριά, όταν συμβαίνουν καθημερινά φόνοι και βιασμοί σε αφρικανικές χώρες, ακόμη και μόνον για ανθρωπιστικούς λόγους», είπε αναφερόμενη στα όσα συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, προαναγγέλλοντας σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων που διατηρεί η Γερμανία στην αφρικανική χώρα αλλά και την ενίσχυση της υποστήριξης των γαλλικών δυνάμεων που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος των πολεμικών επιχειρήσεων.

Αντιστοίχως ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Εξωτερικών Φράνκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ υποστήριξη στο Παρίσι, όχι μόνο στις βραχυπρόθεσμες στρατιωτικές αποστολές, αλλά και σε όσες πραγματοποιηθούν στο μέλλον, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «η Ευρώπη δεν μπορεί να αφήσει μόνη της τη Γαλλία».

Τη συγκεκριμένη στροφή επισφράγισαν οι δηλώσεις της ίδιας της Άνγκελα Μέρκελ την Πέμπτη κατά τη συνάντηση της με τον γγ του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν, που αν και κράτησε αποστάσεις από τις... πολεμοχαρείς δηλώσεις της Φον Ντερ Λάγιεν, άφησε ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα: «Το ζήτημα δεν είναι η περισσότερη ή λιγότερη στρατιωτική εμπλοκή, αλλά το εάν θα χρησιμοποιήσει την πολιτική της επιρροή μία δύναμη σαν τη Γερμανία. Ποτέ δεν υπάρχει μία λύση. Καμία σύγκρουση στον κόσμο δεν μπορεί να λυθεί μονάχα με στρατιωτικά μέσα».

Αν και είναι πολύ πρόωρο να μιλάει κανείς για μαζικό επανεξοπλισμό της  Bundeswehr (οι Ένοπλες Δυνάμεις της Γερμανίας), το Βερολίνο φαίνεται να συνειδητοποιεί πως η τεράστια οικονομική ισχύς που συγκέντρωσε τα τελευταία χρόνια για να διατηρηθεί και να εξαπλωθεί, χρειάζεται και την αντίστοιχη στρατιωτική και πολιτική επιρροή στα διεθνή τεκταινόμενα.

Αφενός, για να διασφαλιστεί πως η ακμαία βιομηχανία θα συνεχίσει να ευημερεί και να παράγει, θα πρέπει να διασφαλιστούν οι αντίστοιχες πρώτες ύλες μιας και η χώρα αναγκάζεται να εισάγει δυσεύρετα μέταλλα – ειδικά η βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας- όπως το λίθιο, το κοβάλτιο, το ίνδιο, το χρώμιο αλλά και σπάνιες γαίες, ο έλεγχος των οποίων για πολλούς αναλυτές εκτιμάται ότι θα καθορίσει και τις γεωπολιτικές ισορροπίες για τον 21ο αιώνα.

Αφετέρου, και στο βαθμό που «πράσινη στροφή» που προανήγγειλε η Μέρκελ από το 2011 με το σταδιακό παροπλισμό των πυρηνικών αντιδραστήρων έχει και την ανάλογη επίπτωση στις ενεργειακές ανάγκες της χώρας, και σε έναν πλανήτη που όπου ημέρα με την ημέρα οι μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας λιγοστεύουν, η διασφάλισή τους καθίσταται όλο και πιο επιτακτική.

Πίσω από τα παχιά λόγια και τις δακρύβρεχτες ηθικολογίες περί ανθρωπισμού, η ενεργότερη εμπλοκή του Βερολίνου στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία αλλά κυρίως στο Μάλι φαίνεται να έχουν και άλλους σκοπούς μιας και οι δύο χώρες δύο πράγματα έχουν σε άφθονες ποσότητες: Τις φυλετικές συγκρούσεις και τις... πρώτες ύλες, όπως σπάνιες γαίες, ουράνιο, διαμάντια, βωξίτης, αλλά και κοιτάσματα πετρελαίου τα οποία ήδη έχουν αρχίσει και προσελκύουν αρκετό ενδιαφέρον.

Και βοηθώντας τη γαλλικά συμφέροντα εν προκειμένω τα οποία βρίσκονται στο προσκνήνιο, οι Γερμανοί πρακτικά βοηθούν τους εαυτούς τους. Το Βερολίνο φαίνεται πως εγκαταλείπει μια και καλή την ουδετερότητα που είχε επιλέξει ο πρώην ΥΠΕΞ Γκίντο Βεστερβέλε και χαρακτήριζε την τελευταία κυβέρνηση Μέρκελ – ας μην ξεχνάμε η Γερμανία δεν ενεπλάκη στην επέμβαση στη Λιβύη-  και δρα προσπαθώντας να εδραιώσει την ευρωπαϊκή παρουσία στην αφρικανική ήπειρο, σε μία εποχή που η Κίνα – έτερος βιομηχανικός γίγαντας κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία του την Αφρική.

Προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και οι δηλώσεις του υπουργού Ανάπτυξης Γκερντ Μίλερ ο οποίος γνωστοποίησε την περασμένη εβδομάδα τα σχέδια της Γερμανίας να αναπτύξει τις δραστηριότητες «ανθρωπιστικής» αρωγής στην Αφρική, και ιδιαίτερα στο Μάλι, σε δηλώσεις του στην εφημερίδα «Bild am Sonntag». Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος ο πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδίας Ενόπλων Δυνάμεων προανήγγειλε την παραμονή της αποστολής της ΕΕ στη χώρα για περισσότερα από δέκα χρόνια, μιας όπως επεσήμανε «πρέπει να ληφθεί υπόψιν και ο στόχος να δομηθεί ένα λειτουργικό κράτος».

Με την επικείμενη γερμανική στροφή σε εξωτερική πολιτική και άμυνα όμως όπως φαίνεται θα δοθεί και μία νέα ώθηση στην ήδη ακμάζουσα εξοπλιστική βιομηχανία της χώρας, η οποία κατέχει ήδη ένα πολύ σημαντικό ποσοστό σε εξαγωγές όπλων σε παγκόσμιο επίπεδο. Με ενδεχόμενη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών θα ευνοήσει κυρίως τα... ταμεία των αμυντικών κολοσσών που θα γεμίσουν ακόμη περισσότερο, ενώ η θέση τους θα εδραιωθεί περαιτέρω.

Η Γερμανική κυβέρνηση, αλλά και οι ελίτ φαίνεται πως δεν έχουν κατά νου ακριβώς την στρατιωτικοποίηση της χώρας όπως συνέβη πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, ωστόσο οι πολίτες της χώρας φαίνεται πως αντιδρούν σθεναρά σε οτιδήποτε έχει να κάνει με μία αμεσότερη εμπλοκή στις ένοπλες συγκρούσεις που ταλανίζουν τον πλανήτη, και το γεγονός αυτό αποτυπώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις σφυγμομετρήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας.

Και βάση αυτών λειτουργούσε μέχρι πρότινος η Μέρκελ, ωστόσο τα δεδομένα αλλάζουν σιγά – σιγά και στο βαθμό που οι νέοι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών έχουν κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις τους για το άμεσο μέλλον για το ρόλο που θα έπρεπε να έχει το Βερολίνο στη διεθνή σκηνή. Πόσο μάλλον εάν αναλογιστεί κάποιος πως οι θέσεις των σοσιαλδημοκρατών - εταίρου της καγκελαρίου είναι αρκετά προωθημένες στο συγκεκριμένο ζήτημα, αφού το άνοιγμα της πολεμικής μηχανής της Γερμανίας στο εξωτερικό έπειτα από πολλές δεκαετίες παθητικής στάσης, έγινε από την κυβέρνηση SPD – Πρασίνων.

Οι συγκεκριμένες εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δημιουργούν μοιραία συγκρίσεις καθώς φέτος κλείνουν εκατό χρόνια από το ξέσπασμα του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Με τους γίγαντες της Ασίας να επιδίδονται πλέον ανοιχτά και απερίφραστα σε μία κούρσα εξοπλισμών ώστε να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή, τη Μέση Ανατολή αποσταθεροποιημένη και στα πρόθυρα του χάους έπειτα από το ντόμινο εξεγέρσεων των τελευταίων ετών και τη Γαλλία να επεμβαίνει ανοιχτά στις πρώην αποικίες της, η επανεμφάνιση της Γερμανίας ως παίχτη σε στρατιωτικό επίπεδο έρχεται να δώσει νέο ενδιαφέρον και ενδεχομένως να επιταχύνει τις όποιες εξελίξεις.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο