Ενστάσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής για την κατάργηση φορέων

Ενστάσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής για την κατάργηση φορέων

Ενστάσεις αντισυνταγματικότητας και προβληματισμούς ως προς ορισμένες διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, που αφορά συγχωνεύσεις και καταργήσεις δημόσιων φορέων, εκφράζει στην έκθεση του, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής.

Οι ενστάσεις τους εκφράζονται, μεταξύ άλλων, στις ρυθμίσεις που αφορούν, κατάργηση οργανικών θέσεων, αξιολόγηση και διαθεσιμότητα.

Ειδικότερα, τα μέλη του Επιστημονικού Συμβούλιου επισημαίνουν ότι:

«Η μεταβολή στο υπηρεσιακό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων που έχει συνέπειες στην οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών δεν συνάδει προς το άρθρο 103 του Συντάγματος όταν δεν βασίζεται σε προηγούμενο ανακαθορισμό λειτουργιών του κράτους και διοικητικής αναδιοργάνωσής του…», και ότι όταν «ο νομοθέτης επιχειρεί μεταβολές στις δομές της δημόσιας διοίκησης, αυτές πρέπει να είναι προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης, ώστε να τεκμηριώνεται ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν είναι περιστασιακές και αποσπασματικές, αλλά ορθολογικές, διαρκείς και αποτελεσματικές».

Σε άλλο σημείο σχετικά με τους δημοσιονομικούς λόγους που αναφέρονται στο νομοσχέδιο, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Βουλής επισημαίνει:

«Μπορεί κριτήριο των επιλογών να είναι δημοσιονομικοί λόγοι, όμως οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει αφενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της διοικήσεως και η παροχή υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου και αφετέρου να εναρμονίζονται με τις συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων».

Σχετικά με την κατάργηση οργανικών θέσεων, αναφέρεται ότι «ο νομοθέτης θα πρέπει να κινείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια».

Επίσης, για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς αποζημίωση, σημειώνεται ότι «τίθεται ζήτημα συμβατού προς το άρθρο 5 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω "αυτοδίκαιη λήξη" των εν λόγω συμβάσεων δεν συνοδεύεται από την καταβολή εύλογης έστω αποζημίωσης».

Ως προς το άρθρο που αφορά στην αυτοδίκαιη λύση συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, υπογραμμίζεται ότι «σύμφωνα με τη νομολογία, μετά την πάροδο εύλογου χρόνου, δεν είναι επιτρεπτή, έστω κι αν κατά το χρόνο μετατροπής τους δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις».

Στο θέμα της αξιολόγησης των υπαλλήλων αναφέρεται ότι «οι βασικές αρχές και κατευθύνσεις του συστήματος είναι η αντικειμενική και αμερόληπτη στάθμιση βάσει σαφώς προσδιοριζόμενων κριτηρίων της επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας των υπαλλήλων σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας και τα καθήκοντα τους».

Και προστίθεται:

«Υπό το φως των ανωτέρων, δημιουργείται προβληματισμός ως προς την αναγκαιότητα επιβολής των προτεινόμενων ποσοστώσεων για την επιδίωξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού, είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη, ώστε να συνιστά αναλογικό, σύμφωνο προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, περιορισμό του δικαιώματος των δημοσίων υπαλλήλων να εξελίσσονται και να αξιολογούνται βάσει σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας, σε σχέση προς το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντά τους…» .

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο