Η κρίση στην Ουκρανία, η μήνυση των Ρώσων βουλευτών και η Σοβιετική Ένωση

Η κρίση στην Ουκρανία, η μήνυση των Ρώσων βουλευτών και η Σοβιετική Ένωση

Γράφει ο Παναγιώτης Βελισσάρης - Λυμπερίδης

Τα δραματικά γεγονότα του περασμένου χειμώνα στο Κίεβο που οδήγησαν στην αλλαγή ηγεσίας αλλά και την προσάρτηση της Κριμαϊκής χερσονήσου από τη Ρωσία ξύπνησαν μνήμες του σοβιετικού παρελθόντος στη Μόσχα. Για την ακρίβεια ήρθαν εκ νέου στην επικαιρότητα οι τελευταίες ημέρες πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ , καθώς και οι χειρισμοί του τελευταίου ηγέτη της πάλαι ποτέ κραταιάς υπερδύναμης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Πέντε ρώσοι βουλευτές ανακίνησαν ξανά το θέμα της διάλυσης, συνδέοντάς το μάλιστα με τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν στην πλατεία Μαϊνταν του Κιέβου. Στο αίτημα προς τη Δικαιοσύνη που συνυπογράφουν δύο βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος Ενωμένη Ρωσία, δύο του Κομμουνιστικού Κόμματος και ένας του εθνικιστικού LDPR, ζητείται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Μόσχας να ασκήσει δίωξη εναντίον όλων και κυρίως του Γκορμπατσόφ για «προδοσία εθνικών συμφερόντων», βάζοντας με αυτό τον τρόπο τον τελευταίο ηγέτη της ΕΣΣΔ ξεκάθαρα στο στόχαστρο.

Στο στόχαστρο εκ νέου ο Γκορμπατσόφ

Οι βουλευτές του ρωσικού κοινοβουλίου εγκαλούν τον 84χρονο πλέον πρώην πρόεδρο τη Σοβιετικής Ένωσης για παραβίαση του Συντάγματος, καθώς όπως υποστηρίζουν «δημιούργησε το Συμβούλιο Κρατικών Υποθέσεων, το οποίο ανέλαβε την ευθύνη της απόφασης για απόσχιση των τριών βαλτικών δημοκρατιών, της Λετονίας, της Εσθονίας και της Λιθουανίας το 1990».

Υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι οι πολίτες της ΕΣΣΔ είχαν ψηφίσει υπέρ της διατήρησης της ενότητας των ομοσπονδιών – με αναβαθμισμένη μορφή - σε δημοψήφισμα το οποίο διενεργήθηκε το Μάρτιο του 1991 και όπως ισχυρίζονται ποτέ δεν εισακούστηκε από την τότε πολιτική ηγεσία του Κρεμλίνου, γεγονός που «καθιστά τις μετέπειτα πράξεις και αποφάσεις τους παράνομες, καθώς έρχονται σε αντίθεση με την εκφρασμένη λαϊκή βούληση».

Φέρνουν παράλληλα στο φως μία δίωξη που είχε ασκηθεί κατά του Γκορμπατσόφ για τις ενέργειές του από την γενική εισαγγελία της ΕΣΣΔ, το Νοέμβριο του 1991, αλλά όπως υποστηρίζουν έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες έπειτα από άνωθεν παρεμβάσεις, ενώ αναφέρουν πως η υπόθεση μπορεί να προχωρήσει καθώς αναφέρουν πως ο παλαίμαχος πολιτικός δεν προστατεύεται από κανενός είδους ασυλία.

Ασχέτως με το εάν είναι βάσιμες οι κατηγορίες που αποδίδουν οι βουλευτές στον Γκορμπατσόφ, η ουσία του αιτήματός τους, δηλαδή η διερεύνηση των γεγονότων που οδήγησαν στην διάλυση της ΕΣΣ Δ φαίνεται πως έχει βάση: Δύο ολόκληρες δεκαετίες πέρασαν και ακόμη δεν έχει διεξαχθεί έστω μία υποτυπώδης έρευνα σχετικά με τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτό το γεγονός, αλλά και για το ρόλο που έπαιξαν συγκεκριμένα πρόσωπα – κλειδιά του καθεστώτος.

Όπως εξηγούσε στην εφημερίδα Izvestia ένας εκ των υποστηρικτών της πρωτοβουλίας, ο βουλευτής του κόμματος Ενωμένη Ρωσία Ευγκένι Φυοντόροφ, μία έρευνα σχετικά με τα γεγονότα του 1991 θα επέτρεπε να σχηματιστεί «μία σφαιρική ιστορική και πολιτική εικόνα» καθώς και «σαφή συμπεράσματα» για την ώθηση που έδωσαν στα «εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που εμφανίστηκαν στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες».

Από την πλευρά του ο Μιχαήλ Ντεγκτιάροφ του Εθνικιστικού Κόμματος LDPR είπε πως είναι απόλυτα αναγκαίο να προχωρήσει η έρευνα σχετικά με τα όσα συνέβησαν το τελευταίο έτος της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ, καθώς όπως είπε τα γεγονότα του 1991 ήταν η αιτία για όλες τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ανάμεσά τους και οι αιματηρές διαδηλώσεις στην Ουκρανία, που οδήγησαν στην ανατροπή του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς και την αλλαγή πορεία της χώρας με την προσέγγιση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. «Χωρίς αυτή την ετυμηγορία, δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε ούτε ως χώρα ούτε ως έθνος», πρόσθεσε ο βουλευτής.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ

Κάπως έτσι έρχονται εκ νέου στο προσκήνιο οι ταραγμένες ημέρες του 1990 και του 1991, το κύκνειο άσμα της ΕΣΣΔ, που ήρθε ως φυσικό ακόλουθο της αποτυχίας του Γκορμπατσόφ να υλοποιήσει τις δύο βασικές μεταρρυθμίσεις που προώθησε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 80.

Η Περεστρόικα (ανασυγκρότηση το 1986) μία δέσμη οικονομικών μέτρων που προέβλεπε τη σταδιακή μετάβαση από την σοσιαλιστική οικονομία στην οικονομία της αγοράς και η Γλάσνοστ (διαφάνεια το 1988), που επέτρεπε τη λειτουργία και πολιτικών κομμάτων καθώς και την πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες αποδείχθηκαν τελικά η ευχή και η κατάρα του τελευταίου ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης.

Παρότι χαιρετίστηκαν από τη Δύση – σε σημείο που ο τελευταίος ηγέτης της ΕΣΣΔ βραβεύτηκε με το νόμπελ Ειρήνης το 1990 τόσο για τις οικονομικές αλλαγές του, όσο και για τα ανοίγματα του προς εχθρικές μέχρι τότε χώρες - οι εσωτερικοί του αντίπαλοι δεν τις είδαν ποτέ με καλό μάτι.

Δίχως να αποδώσουν πρακτικά καρπούς, η κατάσταση της οικονομίας χειροτέρευε ημέρα με την ημέρα, την ώρα που ο προωθούμενος εκδημοκρατισμός και η ελεύθερη πρόσβαση στις πληροφορίες έφερε στο φως τις φυγόκεντρες τάσεις που βρισκόταν εν υπνώσει τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως στις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες και προσαρτήθηκαν στα πλαίσια του Συμφώνου Μολότοφ – Ρίπερντροπ το 1940.

Ήδη από τα μέσα του 1990 η Λιθουανία, η Εσθονία και η Λετονία ανακοίνωναν την απόσχισή τους με αποτέλεσμα η θέση του Γκορμπατσόφ να αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο, ενώ το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1991 που οργάνωσαν σκληροπυρηνικά στοιχεία του ΚΚ τον άφηνε κυριολεκτικά έρμαιο των εξελίξεων.

Μία μετά την άλλη οι σοβιετικές δημοκρατίες ανακήρυσσαν την ανεξαρτησία τους και ενώ σε εξέλιξη βρισκόταν συζητήσεις για μία πιο χαλαρή πολιτική ένωση. Το τελειωτικό χτύπημα έδωσε το δημοψήφισμα στην Ουκρανία την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Στις 25 Δεκεμβρίου ο τελευταίος πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης ανακοίνωνε την παραίτησή του, και την επόμενη ημέρα ο πρόεδρος της Ρωσίας Μπόρις Γέλτσιν ανακοίνωνε και επίσημα το τέλος της ΕΣΣΔ .

Έκτοτε πολλοί είναι αυτοί που τον κατηγορούν για το ρόλο που έπαιξε στα γεγονότα, καθώς το αίτημα των πέντε βουλευτών έρχεται να προστεθεί σε αντίστοιχες προσπάθειες που έχει κάνει επανειλημμένως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Ο Γκορμπατσόφ από την πλευρά του απορρίπτει μετ επιτάσεως τους ισχυρισμούς αυτούς χαρακτηρίζει «ανεδαφική από ιστορική άποψη την απαίτηση για άσκηση δίωξης». Ρίχνει μάλιστα την ευθύνη στους βουλευτές του σοβιετικού κοινοβουλίου, οι οποίοι είχαν επικυρώσει τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

«Δεν υπάρχει ανάγκη για έρευνα.Η Δούμα -η κάτω βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου-, η οποία είχε ψηφίσει υπέρ της απόφασης, πρέπει να ανέβει στα βαγόνια με κατεύθυνση το Μαγκαντάν» περιφέρεια της Άπω Ανατολής γνωστή για τα στρατόπεδα του σοβιετικού γκουλάγκ, απάντησε με μπόλικες δώσεις ειρωνείας, μιλώντας στο πρακτορείο Interfax.

Και παρά το γεγονός ότι η εισαγγελία της Μόσχας δεν έχει απαντήσει επίσημα, το ότι το αίτημα στηρίζεται από το κυβερνών κόμμα δείχνει να λέει πολλά, όπως επίσης και η δημοσιότητα που πήρε το συγκεκριμένο θέμα.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο