Δημοσιοποιηθείσα συνομιλία ενός πολιτικού προσώπου δεν έχει κατ΄ ανάγκην πολιτικό χαρακτήρα

Δημοσιοποιηθείσα συνομιλία ενός πολιτικού προσώπου δεν έχει κατ΄ ανάγκην πολιτικό χαρακτήρα

Του Θεμιστοκλή Ι. Σοφού* 

Ευρέως διαδεδομένη αντίληψη συνιστά η παραδοχή ότι κάθε γεγονός, εγειρόμενο στη  δημοσιότητα ως αντικείμενο πολιτικού ενδιαφέροντος, μπορεί να αξιολογείται απομονωμένα από τις παραμέτρους που συμπροσδιορίζουν τις νομικές του διαστάσεις.  

Έτσι ένα γεγονός του δημοσίου κοινωνικού βίου χαρακτηρίζεται συχνά ως πολιτικό σφάλμα, πολιτική απόφαση, ή πολιτική πράξη, χωρίς αυτό να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του ισχύοντος θετού δικαίου, υπό το πρίσμα του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.  

Θα έλεγε κανείς ότι η διάκριση είναι άγνωστη στους δημοσιολογούντες, και μάλιστα θα παρουσίαζε ως έλλειμμα πνευματικής τους καλλιέργειας, εάν μπορούσε να υποστηρίξει με βεβαιότητα, ότι η διάκριση μεταξύ νομικού και πραγματικού ζητήματος είναι (και) για τους νομικούς επιστήμονες ένα αυτονόητο συλλογιστικό ενέργημα. Κατά πόσον συναρτάται όμως η διάκριση μεταξύ του νομικού και πραγματικού ζητήματος, όπως αυτή αφορά στη νομική αξιολόγηση μίας δικαιϊκής ή δικαστικής πρότασης προς τη διάκριση μεταξύ του δικαιϊκού και του πολιτικού, ή ακόμη και του δημοσίου και του ιδιωτικού ζητήματος; Είναι το δημόσιο και το ιδιωτικό, το ίδιο διακριτές έννοιες, όπως το δικαιϊκό και πολιτικό ζήτημα;  

Για να μπορέσει κατ΄αρχάς να προσεγγίσει κανείς το χαρακτήρα ενός συμβάντος ως πολιτικού, τούτο μπορεί να οφείλεται είτε σε υποκειμενικούς λόγους, διότι το συμβάν μπορεί να προέρχεται ή να αφορά άμεσα σε ένα πολιτικό πρόσωπο ή τη συμπεριφορά ενός πολιτικού ή τη σχέση του με ένα άλλο συμβάν, το οποίο χωρίς την παρουσία του πολιτικού προσώπου, το συμβάν δεν θα είχε απολύτως κανένα ενδιαφέρον· είτε σε αντικειμενικούς, διότι το συμβάν μπορεί να μην προέρχεται από έναν πολιτικό, αλλά να αφορά σε μία πολιτική πράξη, ένα ψήφισμα, μία διαγραφή, ένα δημόσιο διάλογο. Και στις δύο περιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να (μην) είναι διαζευκτικώς συντρέχουσες, το πολιτικό ενέργημα έχει δημόσιο, και όχι ιδιωτικό, χαρακτήρα, αλλιώς δεν θα ήταν αντικείμενο αξιολόγησης ως πολιτικού, αλλά ως ιδιωτικού συμβάντος, όχι όμως κατ΄ ανάγκην αδιάφορου, υπό την προϋπόθεση, ότι κατέστη προσιτό, το ιδιωτικό συμβάν, με νομικώς επιτρεπτή προσέγγιση. Καθίσταται φανερό, ότι το ιδιωτικό δεν αποδίδει με σαφήνεια το όριό του (από ή) προς το δημόσιο, πλην εάν προσεγγίσει κανείς μόνον τις δικαιϊκές τους διαστάσεις.

Μία μη δημοσιευθείσα ιδιωτική συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Σαμαρά και της Άνγκελα Μέρκελ, παρά την αδιαμφισβήτητη ιδιότητα των πολιτικών προσώπων που την ενήργησαν, έχει τον ίδιο πολιτικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το εάν αυτή δεν δημοσιοποιείται, ενώ δεν εισήλθε ποτέ στη σφαίρα του ιδιωτικού, του ούτως ή άλλως προστατευόμενου άβατου ιδιωτικού βίου.  

Η νεωτερικότητα της πολιτικής εννοιολογίας προσθέτει στο επίκεντρο του δημοσίου ενδιαφέροντος το περιεχόμενο των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε τέτοιο βαθμό, που θα έλεγε κανείς ότι προσδιορίζει πλέον το επίπεδο της δημοκρατίας και το ρόλο που το κράτος επιτελεί στην κοινωνία. Η ιδιότητα του πολίτη αποκτά μία οικουμενική διάσταση και επιχειρείται να προσδοθούν στην κοινωνία υπερεθνικά χαρακτηριστικά, στον πολίτη μία μεταεθνική πολιτειότητα (post-national citizenship) στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης ως μέλους μίας παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών (global civil society). Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι τίποτε άλλο από την διεύρυνση του ιδιωτικού προς το δημόσιο, μέσα από την αυστηρή οριοθέτηση του πρώτου από το δεύτερο, και η μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή του πολίτη στο δημόσιο βίο καθορίζεται από την οικειοθελή έξοδό του από την πάντοτε προστατευόμενη σφαίρα του ιδωτικού.

Θα έλεγε κανείς, ότι με αυτήν την οικουμενική διάσταση διατηρεί ο πολίτης την αριστοτελική του διάσταση υπό την έννοια ότι ως πολίτης «δι’ απλώς ουδέν των άλλων ορίζεται ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής», όπου το μετέχειν νοείται ως οικειοθελής έξοδος από το κέλυφος της ιδιωτικής σφαίρας της προσωπικότητας και ως άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξής της. Η διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου προσδιορίζεται με κύριο γνώμονα τη νομική εννοιολογική προσέγγιση μιας «τριτενέργειας» ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (βλ. Στράγγα – Ηλιοπούλου Τ., Η τριτενέργεια των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, 1990). Υποστηρίζεται ότι η τριτενέργεια των θεμελιωδών δικαιωμάτων λειτουργεί σε τρία επίπεδα, και δη α) τη δέσμευση το κράτους από τα θεμελιώδη δικαιώματα τόσο κατά τη νομοθέτηση κανόνων ιδιωτικού δικαίου, όσο και κατά την απονομή δικαιοσύνης στις ιδιωτικές διαφορές, β) την υποχρέωση του ίδιου του δικαστή να εφαρμόζει κατά την ερμηνεία των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου τη γενική κατευθυντήρια κοινωνικοπολιτική γραμμή που θέτουν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα 
δικαιώματα, και γ) τη δέσμευση των ιδιωτών στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις τους από τα θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. Στράγγα – Ηλιοπούλου Τ., Η θεωρία της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ΕλλΔικ 2001, 1528, της ιδίας, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου - Η αποδεικτική απαγόρευση του άρθρου 19 παράγραφος 3 του αναθεωρηθέντος Συντάγματος Πρόλογος Νικολάου Κ. Ανδρουλάκη, “Human Rights - Menschenrechte - Droits de l’homme - Ανθρώπινα Δικαιώματα”, τόμος 5, Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003, σελίδες 133, R. Alexy, Die Theorie der Grundrechte, 485).  

Εφόσον οι ιδιώτες δεσμεύονται στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις τους από τα θεμελιώδη δικαιώματα, τότε θα πρέπει να αντιλαμβάνονται ποια γεγονότα είναι πραγματικά – οντολογικά και ποια πράγματα συνιστούν νομικά – αξιολογικά ζητήματα, και ως εκ τούτου ενδεχομένως και πολιτικά. Από νομικά – αξιολογικά ζητήματα μπορεί να προκύψουν και πολιτικά, κάτι που δεν συμβαίνει από τα απλώς πραγματικά – οντολογικά. Και τούτο διότι τα τελευταία είναι κάθε τι που μπορεί να γίνει αντιληπτό με τις αισθήσεις χωρίς να μεσολαβεί κάποια αξιολόγηση επί τη βάσει συγκεκριμένων παραμέτρων. Το λεγόμενο «πολιτικό αισθητήριο» είναι επομένως ένας αστικός μύθος, ο οποίος δίνει τη θέση του στην πολιτική αξιολόγηση με, αμιγώς ή μη, νομικά κριτήρια. Όπως εύστοχα αποδίδει ο Γ. Μητσόπουλος, τα πράγματα περιγράφονται, ενώ οι έννοιες ορίζονται.  

Η άρχουσα στην ελληνική επιστήμη γνώμη δέχεται ότι είναι δυνατός ο εννοιολογικός διαχωρισμός των νομικών από τα πραγματικά ζητήματα, και μάλιστα με καθαρώς λογικά κριτήρια, και ειδικότερα στη βάση της αντιδιαστολής ανάμεσα στο "είναι" και το "δέον", δηλαδή ανάμεσα στις οντολογικές και στις δεοντικές κρίσεις. Νομική έννοια είναι κάθε έννοια που συνιστά στοιχείο του κανόνα δικαίου (βλ. Engisch, Einführung in das juristische Denken, 1956 σελ. 108). Και τούτο, επειδή το πλάτος και το βάθος της προσδιορίζονται με κριτήρια που αντλούνται από τους κανόνες του δικαίου, ενώ ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται με τη βοήθεια της λεγόμενης προκαθεστηκυίας υπαγωγής, δηλαδή της υποθετικής εκείνης υπαγωγής, με την οποία προσδιορίζεται η τελολογική δυνατότητα να εξομοιωθεί η ατομική περίπτωση μ’ εκείνες που συνιστούν περιεχόμενο του πραγματικού του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Η διάκρισις πραγματικού και νομικού ζητήματος εν τη αναιρετική διαδικασία, ΝοΒ 15 [1967] 945 επ. Βλ. ήδη και Zur Trennung von Rechts- und Tatfrage, ZZP120 [2007] 107).

Η διάκριση ανάμεσα, αφ’ ενός, στην οντολογική κρίση για τη συνδρομή της ατομικής περίπτωσης, αφ’ ετέρου, στην προκαθεστηκυία υπαγωγή και, εκ τρίτου, στην πραγματική υπαγωγή που επακολουθεί, είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση. Τα πράγματα περιγράφονται, ενώ οι έννοιες ορίζονται, όταν η περιγραφή είναι χαρακτηριστική, ενώ εξ άλλου πραγματικό ζήτημα συγκροτούν τα πραγματικά γεγονότα (δηλαδή κάθε τι που μπορεί να γίνει αντιληπτό με τις αισθήσεις), καθώς και οι αξιολογικές κρίσεις που έχουν ως αντικείμενο το "αξιολογικώς είναι", όπως στην περίπτωση της κρίσης από δύο ζωγραφικούς πίνακες ποιός είναι ο ωραιότερος.  

Ο πολιτικός προσδιορισμός ενός γεγονότος δεν ταυτίζεται με μία οντολογική περί τα πράγματα κρίση, αλλά συνιστά εκτιμητική κρίση στηριζόμενη σε ορισμένη πραγματική, ενίοτε δε και προκαθεστηκυία (νομική) υπαγωγή.

Πάλι: Η δημοσιοποιηθείσα συνομιλία ενός πολιτικού προσώπου δεν έχει κατ΄ ανάγκην πολιτικό χαρακτήρα, αλλά (μπορεί να)  είναι μία πραγματική κατάσταση, που αξιολογείται απλώς ως αξιόποινη πράξη. Το περιεχόμενο της συνομιλίας δεν αποδίδει ασφαλή κριτήρια για το χαρακτηρισμό της ως πράξης με πολιτικά χαρακτηριστικά, αλλά παραμένει στη σφαίρα μίας οντολογικής κρίσης για τη συνδρομή μίας πραγματικής κατάστασης. Δεν διαφέρει σε πολλά από την δι΄αθεμίτων μέσων υποκλοπή ιδιωτικής συνομιλίας κατηγορουμένου για πώληση ναρκωτικών ουσιών, η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή, ως παρανόμως κτηθέν αποδεικτικό μέσο, αντίθετο με το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού συνιστά ρητώς αποδεικτική απαγόρευση εκ του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος.

Μπορεί να έχει ενδιαφέρον, δεν συνιστά όμως νομικό γεγονός, όπως ακριβώς και η (υποκλαπείσα ιδιωτική) συνομιλία του πολιτικού προσώπου μπορεί να έχει ενδιαφέρον, δεν συνιστά όμως πολιτικό γεγονός. Η ένταξή της στις εννοιολογικές προϋποθέσεις του «πολιτικού» συνιστά πολιτική αμετροέπεια μακράν του θετικού δικαίου.  

Ο χρήστης της έννοιας του «πολιτικού» μάλλον άλλο πράγμα εννοεί και αλλιώς το εκφράζει. Προφανώς ενοχλείται «ηθικά», αλλά επειδή δεν επιτρέπει στον εαυτό του να «ηθικολογεί», προτιμά, λόγω της εικαζόμενης εννοιολογικής εγγύτητας, να «πολιτικολογεί» ως προτιμώτερη στάση έναντι της δέουσας αξιολόγησης προς το εκάστοτε υπό κρίση συμβάν. Συγχέει πολλές φορές το ηθικόν με το πολιτικόν, εκ των οποίων ουδέν ταυτίζεται με το δίκαιον. Καλό θα είναι λοιπόν να έχει κατά νου, ότι εφόσον η διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου προσδιορίζεται με κύριο γνώμονα τη νομική εννοιολογική προσέγγιση μιας «τριτενέργειας» ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και δεδομένου ότι τόσο το κράτος όσο και ο δικαστής δεσμεύονται από τα θεμελιώδη δικαιώματα, κατά τη νομοθέτηση αφενός, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου αφετέρου, πολλώ δε μάλλον ο ιδιώτης – πολίτης, που εκφέρει δημόσιο λόγο, δεσμεύεται από αυτά και με βάση αυτά (τα θεμελιώδη δικαιώματα), οφείλει να αξιολογεί, ποία συμβάντα είναι απλά πραγματικά περιστατικά, και ποία είναι νομικά ζητήματα ή πολιτικά γεγονότα. 

*Το άρθρο μας έστειλε προς δημοσίευση ο κ. Θεμιστοκλής Ι. Σοφός 

Διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Βόννης – Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο