Αλέκος Παναγούλης: Ο ασυμβίβαστος αγωνιστής που τα έβαλε μόνος του με τη δικτατορία

Αλέκος Παναγούλης: Ο ασυμβίβαστος αγωνιστής που τα έβαλε μόνος του με τη δικτατορία
Photo: Φωτογραφία: Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.

Ήταν 13 Αυγούστου του 1968. Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος έφτανε στο πολιτικό του γραφείο κατακίτρινος από το φόβο του για να δεχθεί τα συγχαρητήρια των «υπουργών» της κυβέρνησης του.

Λίγη ώρα πριν, κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το σπίτι του στο Σούνιο, μία βόμβα έσκασε λίγα μέτρα από το αυτοκίνητο του πρώτου ανδρός της Χούντας: Το χέρι του Αλέκου Παναγούλη όπλισε τον εκρηκτικό μηχανισμό με καθυστέρηση.

«Έπρεπε να σκοτώσω τον τύραννο»

«Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε να σκοτώσω τον τύραννο…». Έτσι θα εξηγήσει την πράξη του στη συνέντευξη που έδωσε στη μετέπειτα σύντροφό του  Οριάνα Φαλάτσι, ένα από τους πιο φλογερούς δημοκράτες που γνώρισε ο τόπος.

Ένας από τους λίγους που αντιστάθηκαν πραγματικά κατά της δικτατορίας, διάλεξε το δρόμο της δράσης, την ώρα που το πολιτικό κατεστημένο και οι προσωπικότητες της εποχής -είτε αυτοεξόριστοι, είτε συλληφθέντες- επέλεγαν το δρόμο της... πλατωνικής κριτικής.

Σε εκείνη την ενέργεια ο Παναγούλης έδρασε περίπου ως κομάντο αυτοκτονίας: Δεν είχε σχεδιάσει  τη διαφυγή του, με αποτέλεσμα να συλληφθεί να βασανιστεί άγρια και να καταδικαστεί από το στρατοδικείο σε θάνατο, με συνοπτικές διαδικασίες.

Θα γλυτώσει το απόσπασμα μόνο έπειτα από την πρωτοφανή κινητοποίηση σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (εκτός από τα ομογάλακτα καθεστώτα της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Τουρκίας) και προσωπικοτήτων της εποχής, ανάμεσά τους ο γγ του ΟΗΕ Ου Θαντ.

Το περιστατικό έκανε τον Αλέκο Παναγούλη γνωστό σε όλη την υφήλιο, αλλά και λαϊκό ήρωα στα μάτια εκατομμυρίων Ελλήνων που έβλεπαν την πρώτη πράξη αντίστασης σε μία εποχή που η Χούντα βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής του.

Ο Παναγούλης όμως δεν έγινε εν μία νυκτί αγωνιστής: Είχε καταθέσει τα διαπιστευτήρια του αρχές της δεκαετίας του 60', την εποχή του «ανένδοτου» και του «1-1-4», από το μετερίζι της Οργάνωσης Νέων της Ένωσης Κέντρου.

Και τα χρόνια της δικτατορίας δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ' ότι στα χρόνια της (λειψής) δημοκρατίας που προηγήθηκαν: Η διαφορά ήταν πως απλώς μετουσίωσε τις ιδέες του σε δράση, έπαιξε τη ζωή του κορώνα – γράμματα, και έδειξε έμπρακτα πως ήταν έτοιμος να θυσιαστεί για τα ιδανικά του.

«Η πολιτική είναι καθήκον, η ποίηση μία ανάγκη»

Η μόνη συντροφιά του στο κελί, το χαρτί και το μολύβι. Γράφει διαρκώς φλογερά ποιήματα, και όταν του στερούν τα σύνεργα του, εκείνος χρησιμοποιεί το ίδιο του το αίμα και τους τοίχους του κλουβιού του για να συνεχίσει το έργο του.

«Η πολιτική είναι ένα καθήκον, η ποίηση είναι μια ανάγκη. Είναι ένα ούρλιασμα, μια κραυγή που δεν μπορείς να πνίξεις. Το άγχος μιας στιγμής που δεν θέλεις να ξεχαστεί. Τότε ψάχνεις για χαρτί και μολύβι ζητώντας να ζωγραφίσεις με στίχους αυτή τη στιγμή», θα γράψει χαρακτηριστικά το 1971.

Προσπάθησε να δραπετεύσει επανειλημμένως -μία φορά τα κατάφερε, αλλά συνελήφθη-  και τελικά έμεινε έγκλειστος μέχρι το 1973, όταν και ο Παπαδόπουλος σε μία προσπάθεια φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος απονέμει χάρη στους πολιτικούς κρατούμενους.

Η προσπάθεια της αποχουντοποίησης

Με την επιστροφή της ομαλότητας στην πολιτική ζωή  και τη δημοφιλία του στον ελληνικό λαό να αγγίζει δυσθεώρητα επίπεδα, ο Παναγούλης δεν θα δυσκολευτεί να εκλεγεί βουλευτής, με την Ένωση Κέντρου στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης. Όμως γρήγορα έρχεται σε σύγκρουση με την ηγεσία του κόμματος και ανεξαρτητοποιείται.

Ο λόγος; Τα στοιχεία που είχε στα χέρια του, και τα οποία όπως κατήγγειλε έδειχναν συνεργασία ηγετικών στελεχών του κόμματος του -και όχι μόνο - με το καθεστώς των Συνταγματαρχών.

Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε πως κατείχε φακέλους των ΕΑΤ – ΕΣΑ με αποδείξεις των όσων κατήγγειλε συνεχώς, και για αυτό το λόγο είχε ζητήσει να ενημερώσει για το θέμα τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Η βασική επιδίωξη του Παναγούλη ήταν να καθαρίσει το κράτος και το πολιτικό σύστημα από όλους όσους συνεργάστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τη δικτα και προς αυτή την κατεύθυνση επικέντρωνε όλες του τις δυνάμεις. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που έγινε «ενοχλητικός», ενώ τα απειλητικά μηνύματα στο σπίτι και το γραφείο του άρχισαν να πληθαίνουν επικίνδυνα...

Είδε το τέλος του να έρχεται...

Ήταν 1η Μαΐου του 1976.  Το Fiat Mirafiori που οδηγούσε, δώρο της αγαπημένης του Οριάνας Φαλάτσι, ξεφεύγει από την πορεία του, και πέφτει σε υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου Βουλιαγμένης, κάθετα στην πορεία του.

Ο Αλέκος Παναγούλης σε ηλικία μόλις 36 ετών κείτονταν νεκρός... Η επίσημη εκδοχή ήταν  τροχαίο, ωστόσο οι σκιές γύρω από την υπόθεση δεν έχουν φύγει μέχρι και τις ημέρες μας. Το ενδεχόμενο της πολιτικής δολοφονίας παραμένει ακόμη ανοιχτό, εξάλλου αυτό υποστήριξε τόσο η οικογένειά του, όσο και η σύντροφος του επανειλημμένα και επίμονα.

Ο θάνατος του προκάλεσε σοκ στην κοινωνία που τότε ποθούσε μία πραγματική Μεταπολίτευση, η κηδεία του μετατράπηκε σε μία μαζική διαδήλωση και ο ίδιος -προφητικά- σε ένα από τα ποιήματα του είχε δει το θάνατο του:

«Το τέλος μου θα έρθει, όπως το θέλουν αυτοί, που έχουν την εξουσία».

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο