Δύο ανταρσίες σε τρεις μέρες. Εναντίον του Τσάρου της Οικονομίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία βρίσκεται στην κορυφή της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας. Και στη δεύτερη (ανταρσία) οι βουλευτές, του γύρισαν (του Γ. Παπακωνσταντίνου) πίσω το νομοσχέδιο ως απαράδεκτο. Μπορεί και να ήταν απαράδεκτο- ενδεχομένως όχι. Δεν είναι αυτό το μείζον ζήτημα.

Το τεράστιο ερώτημα που προκύπτει είναι πως αυτός ο υπουργός μπορεί να παραμένει στην Κυβέρνηση. Έστω και αν ο Πρωθυπουργός, για τους δικούς του- άγνωστους στο ευρύ κοινό λόγους, δεν έχει αποφασίσει να τον απομακρύνει για τις αστοχίες του και τις λανθασμένες προβλέψεις. Για το Μνημόνιο που δεν έβγαινε με αποτέλεσμα η αποπληρωμή του χρέους να επιμηκυνθεί. Για την αναποτελεσματικότητα των εισπρακτικών μηχανισμών. Για τον προϋπολογισμό που διαπιστώθηκε ότι δεν βγαίνει. Για την κυνικότητα με την οποία ζητάει συνεχώς και νέα μέτρα. Γιατί αποκρύπτει, παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι θα δημοσιοποιήσει, τους μεγαλοοφειλέτες του Δημοσίου των οποίων τα χρέη ύψους πολλών δισεκατομμυρίων αποπειράθηκε να διαγράψει και δεν το κατόρθωσε μετά από μια παλαιότερη ανταρσία. Για το πολιτικό κόστος με το οποίο φορτώνει την Κυβέρνηση στην τελική.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου, έστω και αν ο Πρωθυπουργός είναι απολύτως προστατευτικός απέναντί του, δεν μπορεί να προσποιείται τον στοχοπροσηλωμένο ιεραπόστολο. Τον σωτήρα της οικονομίας και του κράτους. Δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι... δεν βρέχει. ¨Οτι κάτι άλλο συμβαίνει όταν απευθύνεται στους συναδέλφους του της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ.

Και ο κ. Παπανδρέου, οφείλει να σταματήσει την πολιτική του υιοθεσία. Εκτός και αν προτιμάει να μείνει στο πλευρό του, ξεκόβοντας τις σχέσεις με την Κοινοβουλευτική του Ομάδα. Αν αυτό είναι δυνατόν, χωρίς να κάνει βουτιά στο κενό.