Διατεθειμένα να συμβάλλουν στην «ελάφρυνση» του Κρατικού Προϋπολογισμού, με τη μείωση μέρους των εσόδων που λαμβάνουν μέσω της κρατικής επιχορήγησης, δηλώνουν στην πλειονότητά τους οι εκπρόσωποι των κομμάτων, εξαιτίας των δυσμενών οικονομικών συνθηκών και των δραστικών μέτρων που λαμβάνονται για την εξοικονόμηση χρημάτων.

Τα κόμματα στο συνολό τους υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα της διατήρησης της κρατικής χρηματοδότησης, προκειμένου τα κόμματα να παραμείνουν οι θεσμικοί πυλώνες του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ υποστηρίζουν ότι η χρηματοδότηση από ιδιώτες θα πρέπει να γίνεται υπό συνθήκες απόλυτης διαφάνειας.

Όσον αφορά στα χρήματα, τα οποία χρωστούν αυτή τη στιγμή, προς τις τράπεζες, υπό τη μορφή δανείων, αποδεικνύεται ότι το κυβερνών κόμμα και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέχουν τη «μερίδα του λέοντος», με 90 και 127 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα, ακολουθεί ο ΣΥΝ με 7,5 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο ΛΑ.Ο.Σ. και οι Οικολόγοι Πράσινοι δηλώνουν ότι δεν χρωστούν σε κανένα.

Στο ερώτημα, εάν τα κόμματα έχουν χρεοκοπήσει, αφού στην πλειοψηφία τους, έχουν προεισπράξει την κρατική επιχορήγηση που δικαιούνται έως και το 2016, η απάντηση ήταν σχεδόν ίδια από όλες τις πλευρές, με το ΠΑΣΟΚ να δηλώνει ότι «η κατάσταση είναι ελεγχόμενη και αντιμετωπίσιμη», τη ΝΔ να υποστηρίζει ότι τα «κόμματα δεν είναι επιχειρήσεις για να πτωχεύσουν» και να επισημαίνει πως «εξυπηρετούμε, με απόλυτη συνέπεια, τόσο τις δανειακές, όσο και τις λοιπές φορολογικές και ασφαλιστικές μας υποχρεώσεις», και τον ΣΥΝ να υπογραμμίζει ότι «τα κόμματα πτωχεύουν πολιτικά όταν δεν εκφράζουν πολιτικές δυνάμεις».

Αντίθετα, ο ΛΑ.Ο.Σ. υποστηρίζει ότι τα δυο μεγάλα κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, έχουν ήδη χρεοκοπήσει, ενώ οι Οικολόγοι Πράσινοι σημειώνουν ότι η υπερχρέωση των κομμάτων αποτελεί στοιχείο της κρίσης του πολιτικού συστήματος.

Υπέρ της δραστικής και άμεσης μείωσης της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα τάσσονται επίσης τόσο η «Δημοκρατική Συμμαχία» της Ντόρας Μπακογιάννη, όσο και η «Δημοκρατική Αριστερά» του Φώτη Κουβέλη, επισημαίνοντας ότι τα κόμματα οφείλουν να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στην οικονομική πραγματικότητα και να εγκαταλείψουν δαπανηρές συμπεριφορές που δεν υπηρετούν επί της ουσίας την πολιτική.

 Ζητούμενο η διαφάνεια

Σύσσωμες οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου χαρακτηρίζουν «ανοιχτή πληγή» το θέμα της διαφάνειας. «Οι όροι χρηματοδότησης πρέπει να είναι απόλυτα σαφείς και νομικά άρτιοι, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια για παρερμηνείες και αμφισβητήσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά ο γενικός διευθυντής του ΠΑΣΟΚ Ροβέρτος Σπυρόπουλος, και προσθέτει ότι «η ατιμωρησία οδηγεί στην ασυδοσία και, όταν αυτή δεν τιμωρείται, είναι σα να επιδοκιμάζεται».

Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής της Νέας Δημοκρατίας Αθανάσιος Σκορδάς υπογραμμίζει ότι «η διαφάνεια σήμερα είναι μία «ανοιχτή πληγή». Είναι ένα στοίχημα που δεν κερδίσαμε στη Μεταπολίτευση. Κερδίσαμε την αποκατάσταση και τη σταθερότητα των κοινοβουλευτικών θεσμών, αλλά χάσαμε στο μέτωπο της διαφάνειας».

Στρέφοντας την κριτική του προς τα κόμματα εξουσίας, ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργος Καρατζαφέρης, δηλώνει ότι «αν θέλει η Πολιτεία, μπορεί να κάνει αξιοπρεπείς και αξιόπιστους ελέγχους. Αυτοί που έχουν όμως τα "μαύρα ταμεία" έχουν και την εξουσία στα χέρια τους και ως, εκ τούτου, "κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει"».

«Στα κόμματα που νέμονται την κυβερνητική εξουσία» αναφέρεται και ο Γραμματέας της Κ.Π.Ε. του ΣΥΝ Δημήτρης Βίτσας, σημειώνοντας ότι «χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο που θα αποκλείει εκ των προτέρων την παράνομη χρηματοδότηση. Σε κάθε περίπτωση η καταδίκη πρέπει να είναι και πολιτική και οικονομική. Χρειάζεται να αντιστοιχεί στο κοινωνικό αίσθημα περί δικαίου, να είναι κοινωνικά εκκωφαντική και ο πέλεκυς να είναι βαρύς».

Για πλήρη διαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων κάνει λόγο και ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτης Κουβέλης, ο οποίος προτείνει την καθιέρωση, στη βάση των δαπανών τους, «τεκμηρίου εσόδων» και υπογραμμίζει ότι «η διαφάνεια και η νομιμότητα των οικονομικών των κομμάτων και των πολιτικών είναι κοινωνική αξίωση και υπηρετεί την αξιοπιστία τους».

Υπέρ ενός διαρκούς ελέγχου μέσα από ανεξάρτητες αρχές χωρίς κανένα περιορισμό ή ειδικές συνθήκες τάσσεται η Πρόεδρος της Δημοκρατικής Συμμαχίας Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία σημειώνει ότι «Η πλήρης ονομαστικοποίηση εξασφαλίζει τη διαφάνεια, γιατί μόνο έτσι ο κάθε πολίτης μπορεί να ξέρει ποιος και με τι ποσά χρηματοδοτεί ένα κόμμα».

Αυστηρότερες κυρώσεις για τα κόμματα που αποδεικνύεται ότι έλαβαν "μαύρο" πολιτικό χρήμα, ζητά ο Μιχάλης Τρεμόπουλος, ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων, προτείνοντας, να στερούνται την κρατική χρηματοδότηση για κάποια χρόνια, ενώ πολιτικά πρόσωπα με ανάλογη εμπλοκή να εκπίπτουν από το αξίωμά τους.

 Συνταγματική αναδρομή και ισχύουσα Νομοθεσία

Η κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα θεσμοθετήθηκε με τον Ν. 1434/1984, δέκα περίπου χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, και συνεχίζεται έκτοτε ανελλιπώς με άλλους νόμους, προκειμένου να καλυφθεί μέρος των εκλογικών και λειτουργικών αναγκών των κομμάτων αλλά και για να διασφαλιστεί η διαφάνεια στα οικονομικά τους.

Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έκανε πράξη την επιταγή του άρθρου 29 του Συντάγματος του 1975, που αναδείκνυε τα πολιτικά κόμματα σε σημαντικό δημοκρατικό θεσμό, για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας και προέβλεπε, για πρώτη φορά, την κρατική χρηματοδότηση και τον έλεγχο των δαπανών.

Στη συνέχεια, με τις ρυθμίσεις των άρθρων 60 του Ν.2218/1994 και 21 Ν.2344/1995, καθώς και Ν.2429/10-7-1996, εξασφαλίστηκε η χρηματοδότηση και των μικρότερων κομμάτων καθώς και των κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με στόχο την ισότητα των ευκαιριών και την προώθηση της πολυκομματικής δημοκρατίας. Ωστόσο, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις ο Νόμος αυτός περιέπεσε σε αχρησία κατά το μέρος του που αφορούσε τη διαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων και τον έλεγχο των δαπανών τους.

Ο Νόμος 3023/25-6-2002, ο οποίος ισχύει σήμερα, επιχείρησε να συμπληρώσει τα κενά από την Αναθεώρηση του 2001, αξιώνοντας εγγυήσεις διαφάνειας των οικονομικών των κομμάτων και επιβολή ανώτατου ορίου εκλογικών δαπανών.

Σύμφωνα με τον Ν. 3023/2002 η χρηματοδότηση των κομμάτων διακρίνεται σε τακτική και εκλογική.

Η τακτική καταβάλλεται κατ’ έτος και ανέρχεται σε ποσοστό ένα κόμμα μηδέν δυο τοις χιλίοις των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου οικονομικού έτους, ενώ η εκλογική καταβάλλεται κάθε φορά που διεξάγονται γενικές βουλευτικές εκλογές ή εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων Αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ανέρχεται σε ποσοστό έως μηδέν κόμμα είκοσι δυο τοις χιλίοις των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου διεξάγονται οι εκλογές.

Το ποσοστό της χορηγούμενης κάθε φορά εκλογικής χρηματοδότησης καθορίζεται ύστερα από γνώμη της Διακομματικής Επιτροπής, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

 Έσοδα και δαπάνες των πολιτικών κομμάτων

Έσοδα πολιτικών κομμάτων και συνασπισμών θεωρούνται τα ποσά που συγκεντρώνουν από την κρατική χρηματοδότηση και κάθε άλλη πηγή και ιδίως από τακτικές και έκτακτες εισφορές μελών, βουλευτών και φίλων, οικονομικές εξορμήσεις, δωρεές, δάνεια, μερίσματα, τόκους, την εκμετάλλευση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας τους ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα.

Τα έσοδα και οι δαπάνες των πολιτικών κομμάτων διακινούνται μέσω τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούνται σε τράπεζες εγκατεστημένες στην Ελλάδα, σε ποσοστό τουλάχιστον 80% του ετήσιου ύψους τους. Οι λογαριασμοί αυτοί γνωστοποιούνται, εντός πέντε ημερών από το άνοιγμά τους στην Επιτροπή Ελέγχου.

 Απαγόρευση Χρηματοδότησης

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 3023/2002 απαγορεύεται η χρηματοδότηση και κάθε είδους παροχές προς τα κόμματα και τους υποψήφιους βουλευτές από:

Α. Φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια.

Β. Νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

Γ. Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης κάθε βαθμού.

Δ. Φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι ιδιοκτήτες ή εκδότες ημερήσιων ή περιοδικών εντύπων πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας ή είναι ιδιοκτήτες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών, εν γένει σταθμών.

Σε περίπτωση παράβασης των παραπάνω προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και δυο χρόνια και χρηματική ποινή τουλάχιστον 30.000 ευρώ, ενώ η χρηματοδότηση κομμάτων ή συνασπισμών από το ίδιο πρόσωπο, κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.

Επίσης, τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί που λαμβάνουν κρατική τακτική χρηματοδότηση δημοσιεύουν, κατ΄έτος, ισολογισμό εσόδων και δαπανών, ο οποίος δημοσιεύεται το πρώτο δίμηνο κάθε έτους σε δυο τουλάχιστον καθημερινές εφημερίδες της Αθήνας.

Ο έλεγχος των οικονομικών κομμάτων ανατίθεται σε Επιτροπή Ελέγχου, η οποία ενεργεί, ως ειδικό όργανο και υποστηρίζεται από ειδική υπηρεσία της Βουλής.

 Δυσκολία στον έλεγχο

Η δυσκολία στον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων αποτυπώνεται με ξεκάθαρο τρόπο σε εισηγητικές σκέψεις επί του θέματος της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, στην έκθεσή της για το νομοσχέδιο που έγινε συνέχεια Νόμος 2419/1996.

Χαρακτηριστικά αναφερόταν ότι «ο αμιγής πολιτικός έλεγχος (όπως αυτός του ν.1443/1984) έχει παντού αποτύχει, όπως διδάσκει και το ελληνικό παράδειγμα. Η σύγχυση των ρόλων του ελεγκτή και του ελεγχόμενου, η περίφημη «κομματική αλληλεγγύη», καθώς και ο κίνδυνος να θεωρηθεί η επιβολή κύρωσης σε πολιτικό κόμμα από έναν πολιτικό φορέα ως κατ’ ουσίαν πολιτική δίωξη, έχουν οδηγήσει τα ευρωπαϊκά κράτη στην ανάθεση του ελέγχου και της επιβολής της κύρωσης είτε σε ανεξάρτητες διοικητικές αρχές είτε σε δικαστικούς μηχανισμούς είτε σε μικτά όργανα-επιτροπές από πολιτικούς και ανεξάρτητους ελεγκτές με τα ίδια δικαιώματα και εξουσίες».

Παράλληλα, η Επιστημονική Επιτροπή υποστήριζε ότι «Το ζήτημα του ελέγχου και του περιορισμού της ιδιωτικής χρηματοδότησης πρέπει να αντιμετωπισθεί σε άλλη βάση. Πρόκειται στην ουσία για μια σύγκρουση αγαθών. Αφ’ ενός μεν η απεξάρτηση των πολιτικών κομμάτων -σε συνδυασμό και με την κρατική χρηματοδότηση- από συμφέροντα ιδιωτικά, αφ΄ετέρου δε η άσκηση από τους πολίτες του συνταγματικού κατοχυρωμένου δικαιώματός τους να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ.1 Συντ.)».

Αντίστοιχα στην έκθεση που είχε συντάξει η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής για τον Νόμο 3223/2002 χαρακτήριζε ως «συνταγματικά προβληματική» την απαγόρευση στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου να χρηματοδοτούν κόμματα και υποψήφιους βουλευτές, καθώς αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας.