Πολλά ερωτηματικά προκαλούν οι κινήσεις του ελληνικού δημοσίου, αναφορικά με τις ανταλλαγές ακινήτων στο Βατοπαίδι, αφού όπως αποκαλύπτει ο ΣΚΑΙ, αποπληρώνει  το Ολυμπιακό ακίνητο, ενώ θα μπορούσε να το έχει στην κατοχή του, ενώ παραλογισμός επικρατεί και στις περιπτώσεις εκτάσεων.

Όταν η μονή Βατοπαιδίου προτείνει την αντιστροφή όλων των ακινήτων μεταξύ των οποίων και το Ολυμπιακό ακίνητο, 48 από τα 50 μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδοτούν να προχωρήσει η αντιστροφή.

Το Σεπτέμβριο του 2009 ο τότε υπουργός Γιάννης Παπαθανασίου προσυπογράφει την απόφαση της αντιστροφής. Λίγους μήνες αργότερα ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των δύο μελών που μειοψήφησαν από τους 50 του Νομικού Συμβουλίου του κράτους παγώνει τη διαδικασία της αντιστροφής προσδοκώντας πιθανώς κάποιες αποφάσεις της Βουλής ή της δικαιοσύνης που θα δικαίωναν αυτή την επιλογή. Η Βουλή αποφάσισε ότι δεν υπάρχει ζημία του ελληνικού δημοσίου στην υπόθεση Βατοπαιδίου και αθώωσε όλα τα πολιτικά πρόσωπα ενώ η ελληνική δικαιοσύνη δεν έχει βρει πουθενά διακίνηση μαύρου χρήματος ή παράνομες πράξεις.

Όλους αυτούς τους μήνες όμως, όπως αποκάλυψε ο ΣΚΑΙ, το δημόσιο ως εγγυητής επιβαρύνεται με  το δάνειο το οποίο έλαβε η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου για να αγοράσει το οικόπεδο και να χτίσει το ολυμπιακό ακίνητο. Οι ίδιες πληροφορίες ανεβάζουν μέχρι σήμερα το κόστος των τοκοχρεολυσίων σε περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ.

Το ελληνικό δημόσιο λοιπόν μπλεγμένο σε σκοτεινά γρανάζια πολιτικών σκοπιμοτήτων αποπληρώνει ένα ακίνητο το οποίο ο υπουργός Οικονομικών αρνήθηκε να παραλάβει από την αντιστροφή των ακινήτων με τη μονή Βατοπαιδίου. Αν παραταθεί η εκκρεμότητα αυτή από τη μία τα τοκοχρεολύσια και από την άλλη οι φθορές στο κτίριο θα ανεβάσουν τη ζημιά του δημοσίου στα επίπεδα του κόστους που πλήρωσε για να το αποκτήσει.

Ο παραλογισμός με τις ανταλλαγές δεν σταματάει εδώ. Ο ΣΚΑΙ έφερε στο φως της δημοσιότητας έγγραφο της 10ης εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με το οποίο το 2005 αναγνωρίζονται ως αρχαιολογικοί χώροι στην περιοχή της Ουρανούπολης μόνο ο μεσαιωνικός πύργος στην παραλία, η μονή Ζυγού και ο Βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου.

Δύο χρόνια αργότερα ο έφορος αρχαιοτήτων ανακηρύσσει όλη την περιοχή από τη διώρυγα του Ξέρξη μέχρι και τα σύνορα του Αγίου Όρους  αρχαιολογική και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να μεταβιβαστεί χωρίς γνωμάτευση της υπηρεσίας του. Ωστόσο σύμφωνα με νόμο του 2002 καμία τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται από το υπουργείο Πολιτισμού.

Ακόμη και σε αρχαιολογικούς χώρους όπου και αν υπάρχει κυριότητα δεν υπάρχει πρόβλημα μεταβίβασης αλλά μπαίνουν μόνο περιορισμοί στην ανοικοδόμηση. Η εν λόγω έκταση είναι μεγαλύτερη των 15 χιλιάδων στρεμμάτων μέσα στην οποία βρίσκεται και η  Ουρανούπολη ενώ από το 1935 έως πρόσφατα το υπουργείο Γεωργίας έκανε απαλλοτριώσεις, ανταλλαγές και διανομές όπως και η Επιτροπή απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής.