Γιαννίτσης: Χρειαζόμαστε πολιτική σταθερότητα και κράτος με αναπτυξιακές λειτουργίες

Γιαννίτσης: Χρειαζόμαστε πολιτική σταθερότητα και κράτος με αναπτυξιακές λειτουργίες

Την άποψη ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ αλλά και οι έλληνες πολιτικοί είναι «συνυπεύθυνοι για το σχεδιασμό και τα αποτελέσματα της διαχείρισης της κρίσης» διατυπώνει ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης.

Σε άρθρο του στο Βήμα της Κυριακής, εμφανίζεται απαισιόδοξος σχετικά με την επερχόμενη ανάπτυξη, σημειώνοντας πως θα είναι ισχνή και δεν θα «βελτιώσει καν τη θέση των πιο αδύναμων».

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «το πρόσθετο κόστος που έχει η καθυστέρηση της ανάπτυξης οφείλεται καθαρά σε εθνικά πολιτικά αίτια».

Σημειώνει παράλληλα πως «οι παταγώδεις διαψεύσεις των αισιόδοξων προβλέψεων, που από μέσα και έξω έδιναν πλασματικές ελπίδες σε μια κοινωνία που βυθιζόταν κι άλλο ότι οι θυσίες της σύντομα θα αντισταθμίζονταν από ανάπτυξη, επενδύσεις, ανταγωνιστικότητα, εξορθολογισμό του κράτους, περιορισμό της διαφθοράς και της άνισης μεταχείρισης, είναι αναρίθμητες», ενώ προσθέτει πως οι  «δικαιολογίες για όλες αυτές τις (…) δεν έχουν πλέον καμιά αξιοπιστία».

Όπως επισημαίνει, η «Ελλάδα δεν έκανε πολλά από αυτά που συμφώνησε, σίγουρα άλλα τα έκανε με τρόπο που υπογείως αναιρούσε την αλλαγή που γινόταν στην επιφάνεια», και συνεχίζει επισημαίνοντας πως «για πολλοστή δεκαετία καλλιεργεί μυθοπλασίες που καταλήγουν εις βάρος των πιο εύπιστων και αδύναμων στρωμάτων».

«Οι δυνάμεις που στήριξαν και στηρίζουν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας δεν το έκαναν για να δουν το απογοητευτικό αποτέλεσμα που ζει η Ελλάδα αυτά τα χρόνια» εκτιμά ο κ. Γιαννίτσης και προσθέτει πως «το έκαναν γιατί θεώρησαν ότι οι αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας της έκφρασης, της ανάπτυξης, μιας ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής, της διαφάνειας και δίκαιης λειτουργίας των θεσμών.

Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό, «ο,τι πετύχαμε ως χώρα» από το 2009 μέχρι σήμερα «οφείλεται στο ότι ευρύτατες – όχι όλες – κοινωνικές δυνάμεις πλήρωσαν τον λογαριασμό, (…) όχι μόνο γιατί από μόνος του ήταν υψηλός, αλλά και γιατί η πολιτική τον ανέβαζε κι άλλο, συνεχίζοντας τις πτωχευμένες επιλογές που γνώριζε και ήθελε, ανεξάρτητα από την πρόσθετη οδύνη που προκαλούσαν».

Τονίζει εξάλλου πως η δημοσιονομική επιτυχία ήταν μισή, καθώς η ανάπτυξη δεν ήρθε. Αυτό γιατί, όπως σημειώνει «αυτή η επιτυχία απαιτεί άλλου τύπου πρωτοβουλίες, θεωρήσεις, στόχους, τρόπους λειτουργίας. Απαιτεί πολιτική σταθερότητα αλλά και πολιτικό σύστημα και κράτος με αναπτυξιακές λειτουργίες. Χωρίς τα δεύτερα η πολιτική σταθερότητα μένει άκαρπη. Τελικά, η ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με αποφάσεις “από επάνω”, αλλά με τη δημιουργική ικανότητα των “επάνω”».

Χαρακτηρίζει τη ρύθμιση για το χρέος αποφασιστική, και προσθέτει πως «όποια ρύθμιση όμως και αν γίνει, είναι ένας μεταξύ πολλών άλλων όρων για το πώς θα προχωρήσουμε».

«Αυτό που παράλληλα χρειάζεται είναι μια πολιτική ενίσχυσης και στρατηγικής θεώρησης των επενδύσεων και της παραγωγικής βάσης» συνεχίζει και παραθέτει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα.

Ασκεί κριτική σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση λέγοντα πως η πολιτική απάντηση στις προκλήσεις «είναι η προσφυγή σε περισσότερο χρέος, η ανοχή κωμικών για μια χώρα όπως η Ελλάδα συνθηκών στο εκπαιδευτικό σύστημα, η συρρίκνωση των επενδύσεων, αυξήσεις εισοδημάτων που πάνε σε κατανάλωση για σχετικά πιο ευνοημένα τμήματα, απονομή συντάξεων σε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσθετους συνταξιούχους, αρκετοί από τους οποίους σε χαμηλές ηλικίες, κατασπατάληση ή πολιτική οικειοποίηση των επενδυτικών πόρων των ευρωπαϊκών Ταμείων και ένας γενικευμένος και πτωχευμένος αντι-αναπτυξιακός τρόπος λειτουργίας του κράτους».

Όπως σημειώνει ο κ. Γιαννίτσης, «λείπουν πολιτικές δυνάμεις που θα ανακόψουν τα συλλογικά παραμυθιάσματα, τις αρπακτικές λογικές και την παθολογική πολιτική ιδιοτέλεια, θα συγκρουστούν για να κάνουν το συλλογικό - εθνικό συμφέρον πρωταρχικό στόχο και θα πείσουν για το πώς θα βγούμε από μια περιδίνηση που, παρά τα επτά χρόνια κρίσης, εξακολουθεί να εγκλωβίζει τις προοπτικές της χώρας».

Καταλήγοντας, επισημαίνει:

«Ο εξοντωτικός αγώνας για την εξουσία μεγαλώνει την άβυσσο μεταξύ πολιτικής και συλλογικού συμφέροντος εις βάρος του δεύτερου. Ο κίνδυνος είναι στη σύγκρουση αυτή να χρησιμοποιηθεί άκριτα κάθε μέσο, όπως μια εξωτερική κρίση, που είναι συνήθης παράγοντας παραγωγής αστάθειας, φόβου και επηρεασμού της πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Μια ελληνοτουρκική κρίση στο επόμενο διάστημα θα είχε, αναμφίβολα, ιστορικά αρνητική συμβολή στην εμβάθυνση της κρίσης στην οποία ακόμα βρίσκεται η χώρα». 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο