Να μπει ένα τέλος στη φημολογία περί αναδιάρθρωσης «για να αλλάξει το κλίμα και να λειτουργήσει η οικονομία» ζητά ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευ. Βενιζέλος, ο οποίος υποστηρίζει σε συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής» ότι η «φιλοαναπτυξιακή και φιλοεπενδυτική πολιτική» πρέπει να συνοδευτεί και από «μείωση της φορολογίας  των επιχειρήσεων και  διευκόλυνση της οικοδομικής δραστηριότητας» Ο κ Βενιζέλος μίλησε και για την οικονομική πλατφόρμα που παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο της Πέμπτης:

«Στις συζητήσεις μου με τον πρωθυπουργό στο Υπουργικό Συμβούλιο παρουσιάζω πάντα διάφορες προτάσεις, όπως έχω υποχρέωση. Χαίρομαι γιατί ήδη υιοθετήθηκε η πρότασή μου για χρηματοοικονομική- κατά βάση αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου με στόχο την επαναγορά χρέους έτσι ώστε να προσεγγίσουμε τα 50 δισ. Ολοι καταλαβαίνουμε ότι μέχρι το 2015 είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί ο στόχος αυτός μέσα από άμεσες επενδύσεις. Μπορεί όμως να προσεγγίσουμε τον στόχο αυτό μέσα από διάφορα χρηματοοικονομικά σχήματα που θα αξιοποιούν τα χαρτοφυλάκια της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, με την υποστήριξη φυσικά της ΕΚΤ και του τραπεζικού συστήματος».

Παράλληλα, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας «άδειασε» τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη ο οποίος ζητά άμεση αναδιάρθρωση του χρέους:

«Δεν θα υποπέσω στο σφάλμα να συμμετάσχω στην αναπαραγωγή της συζήτησης. Αυτή η συζήτηση πρέπει να σταματήσει τουλάχιστον στο πεδίο που εμείς ελέγχουμε και αυτός είναι ο δημόσιος λόγος στη χώρα μας».

Τέλος, αναφερόμενος στο εάν πρέπει να γίνει επαναδιαπραγμάτευση ορισμένων δεσμεύσεων της χώρας μας που προβλέπονται στο μνημόνιο, ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε ότι  «το μνημόνιο είναι η πολιτική συμφωνία που συνδέει την Ελλάδα με τους εταίρους και πιστωτές της γύρω από δύο δίδυμους και αυτονόητους στόχους: να καταστεί η εθνική οικονομία ανταγωνιστική και το ελληνικό δημοσιονομικό σύστημα βιώσιμο. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο όλα τελούν υπό μια διαρκή αξιολόγηση και προσαρμογή. Το ζήτημα είναι να είμαστε σοβαροί, συνεπείς και αξιόπιστοι σε αυτό που κάνουμε· που δεν το κάνουμε επειδή έχουμε αναλάβει μια υποχρέωση λόγω του μνημονίου, αλλά γιατί αυτό επιβάλλουν σε τελευταία ανάλυση το πατριωτικό μας καθήκον, η αγάπη μας για τη χώρα και η αγωνία μας για τα παιδιά μας».