Η διαπραγμάτευση δεν σημαίνει επιστροφή στον... μνημονιακό ρεαλισμό

Η διαπραγμάτευση δεν σημαίνει επιστροφή στον... μνημονιακό ρεαλισμό

Γράφει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος

Απαιτείται, λένε, ρεαλισμός. Την ώρα που γίνονται οι διαπραγματεύσεις, υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν την επιστροφή στον ρεαλισμό.

Επιμένουν να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο ενώ μετά την 25η Ιανουαρίου έχει διαμορφωθεί ένα εντελώς καινούργιο σκηνικό. Είναι οι ίδιοι που υποστήριζαν τις προηγούμενες κυβερνήσεις και τα λάθη τους. Τι εννοούν; Να συμβιβαστεί η κυβέρνηση στην παράταση του μνημονίου; Να εκτελέσει δηλαδή το e-mail Χαρδούβελη; Η, να μην προχωρήσει στην αλλαγή της συνταγής; Μα τότε γιατί έγιναν οι εκλογές;

Πρέπει, λένε κάποιοι, να υπάρξει συμβιβασμός στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων. Δηλαδή περιμένουν από μια κυβέρνηση της αριστεράς να ξεπουλήσει τον εθνικό πλούτο; Και όλοι, αυτοί βέβαια, ζητούν την συνέχιση της μνημονιακής λογικής που οδήγησε τη χώρα στην ύφεση, στην εσωτερική υποτίμηση και πού αποδόμησε το θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων.

Σαφώς και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας σε συνδυασμό με την σύγχρονη τεχνολογία οδηγεί στο τέλος της εργασίας όπως τη γνωρίζαμε. Αντί όμως, να ενσωματώσουμε τις τεχνολογίες και τη διακίνηση κεφαλαίων επ' ωφελεία της κοινωνίας και των ανθρώπων μιλάμε για μεταρρυθμίσεις της ανεργίας και της θεσμοθέτησης της φτώχειας.

Η αλλαγή σελίδας προϋποθέτει μια διαπραγμάτευση που θα έχει στο επίκεντρό τον άνθρωπο και όχι μόνο τους αριθμούς. Που θα έκανε πραγματικότητα το όραμα του Αριστοτέλη για την απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανάπτυξη δημιουργικότητας.

Τα τελευταία χρόνια μέσα από την κρίση διαπιστώσαμε με τον πιο βίαιο τρόπο ότι στον σύγχρονο καπιταλισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου η λαϊκή εντολή μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να είναι ακόμα και πιστωτικό γεγονός. Αυτό που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι ότι με αυτή τη λογική εξέθρεψαν και γιγάντωσαν τους ακραίους, την ακροδεξιά και έβαλαν δυναμίτη στα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε, την ώρα της διαπραγμάτευσης αυτής της κυβέρνησης με τους πιστωτές, τις πολιτικές αποφάσεις της τρόικας και των προηγούμενων κυβερνήσεων που οδήγησαν τη χώρα στο αδιέξοδο.

Στην αρχή της κρίσης, από το 2009 έως το 2010, η χώρα παρά τα σοβαρά προβλήματα δανειζόταν από τις αγορές. Το επιτόκιο μπορεί να ήταν υψηλά αλλά οι αγορές προσέφεραν πολλαπλάσια ποσά σε σχέση με τις εκδόσεις ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Πέρα, από τη λάθος συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης, η βασική αρχή του μνημόνιο ήταν η αντιμετώπιση του χρέους. Μετά την εφαρμογή αυτής της πολιτικής το χρέος αυξάνεται...

Η απόφαση αυτή μας έβγαλε από τις αγορές και μας ενέταξε σε ένα πρόγραμμα «διάσωσης» που μονοδιάστατα επιχείρησε να αντιμετωπίσει τον αριθμητή του προβλήματος που δεν ήταν άλλος από το χρέος. Ουσιαστικά με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν «πυροβολούσαμε τα πόδια μας» καθώς ο παρονομαστής, δηλαδή το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν συρρικνώθηκε σε τέτοιο βαθμό που ήταν σαν να ρίχνουμε τις θυσίες του ελληνικού λαού σε ένα «βαρέλι δίχως πάτο».

Η βασική συνταγή της σύνδεσης ενός προγράμματος ακραίας δημοσιονομικής λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων για την εξυγίανση του χρέους απέτυχε. Παράλληλα ήταν χρυσή ευκαιρία για το κομμάτι της καπιταλιστικής Ευρώπης να εκμεταλλευτεί την κρίση και να επιβάλλει ακραίες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Το δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί σχεδίασαν και εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα μη διάσωσης σε εθνικό επίπεδο. Αν και το πρόβλημα ήταν πανευρωπαϊκό και παρά το γεγονός ότι οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες συνέβαλαν σε αυτήν την κρίση, ο γαλλογερμανικός άξονας κατάφερε να εθνικοποιήσει τις ευθύνες της κρίσης.

Ποια ήταν η λύση; Σχετικά με την Ελλάδα, οι ευρωπαϊκοί χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί μαζί με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα αναλάμβαναν την αποπληρωμή της λήξης των ομολόγων του ελληνικού χρέους. Και η Ελλάδα θα πληρώνει τους τόκους με πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3% και του 4,5%. Αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν συνδέθηκαν ποτέ με την ανάπτυξη αλλά ήταν αποτέλεσμα περικοπών, άγριες φορολόγησης και μη πληρωμής οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί ο παρανομαστής του κλάσματος χρέος/ΑΕΠ.

Η ώρα της αλήθειας έφτασε και θα πρέπει η ευρωπαϊκή ηγεσία να συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα δεν λύνεται γραφειοκρατικά και τεχνοκρατικά αλλά με ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγή αντιλήψεων.

Η διαπραγμάτευση δεν έχει να κάνει με τύπους, ονόματα και εμμονικές προτεσταντικές αντιλήψεις σκληρού δημοσιονομικού και τιμωρητικού μοντέλου. Η κόκκινη γραμμή της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η σημαντική μείωση των απαιτήσεων για πρωτογενή πλεονάσματα, ουσιαστικά θα είναι μια μεγάλη στροφή και χαλάρωση της ασφυκτικής σχέσης δημοσιονομικών στόχων με το χρέος, του μη διαχειρίσιμου χρέους. Ουσιαστικά αυτός είναι πρώτος κύκλος διαπραγμάτευσης που έχει ως στόχο την χαλάρωση της θηλιάς του χρέους απο την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Μια συμφωνία η οποία , μαζί με τα πρωτογενή πλεονάσματα και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής αν συνδυαστεί και με σημαντικές αποφάσεις που έχουν να κάνουν με την ανθρωπιστική κρίση και την αναδιανομή εισοδημάτων τότε ανάβει το πράσινο φως για τον επόμενο κύκλο διαπραγματεύσεις που ως αντικείμενο θα έχει τη μείωση το χρέους και όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού.

Έφτασε η ώρα οι Ευρωπαίοι να σταματήσουν να πριονίζουν το κλαδί που κάθονται...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο