Ο Τσίπρας ανάμεσα σε ιδεοληψίες και λεκτικές αγκυλώσεις ψάχνει τον συμβιβασμό

Ο Τσίπρας ανάμεσα σε ιδεοληψίες και λεκτικές αγκυλώσεις ψάχνει τον συμβιβασμό

Γράφει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος  

Στις 25 Ιανουαρίου ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές, με διαφορά μεγαλύτερη της αναμενόμενης χωρίς ωστόσο με τέτοια ποσοστά που θα του έδιναν την αυτοδυναμία.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς το μπόνους των 50 εδρών που δίνει αυτός ο εκλογικός νόμος–τερατούργημα σχημάτισε συγκυβέρνηση ορισμένου χρόνου-μέχρι το τέλος της διαπραγμάτευσης- με τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Γιατί ορισμένου χρόνου; Μα φυσικά μετά το «τέλος του μνημονίου και τις τρόικας» -όπως υποστηρίζουν οι κυβερνητικοί παράγοντες ότι θα συμβεί- δεν υπάρχουν εκείνες οι συγκλίσεις για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται μια κανονική χώρα.     

Εκτός αν ξαφνικά ανακαλύψουμε συγκλίσεις  του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας Τάσου Κουράκη και του Υφυπουργού Επικρατείας Τέρενς Κουίκ σε θέματα, παιδείας, θρησκευτικών και παρελάσεων.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει μια περιορισμένη ατζέντα σε σχέση με την διακυβέρνηση της χώρας και την αλλαγή της νοοτροπίας που χρειάζεται. 

Ο κυρίαρχος πόλος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό φάνηκε και στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc για τον ALPHA, που του δίνει προβάδισμα 27% έναντι της Νέας Δημοκρατίας και με τους Ανεξάρτητους Έλληνες να βρίσκονται κολλημένοι στα ποσοστά των εκλογών. Το παράδειγμα της ΔΗΜΑΡ θα πρέπει να το αναλύσουν πολύ καλά στο κόμμα του Πάνου Καμμένου γιατί με λάθος διαχείριση μπορεί να έχουν την ίδια κατάληξη. 

Άλλωστε η παρακαταθήκη του Φώτη Κούβελη είναι πρόσφατη...  

Τα πράγματα δεν είναι και τόσο ήρεμα όπως φαίνονται στο  εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ καθώς κάποιοι θεωρούν ότι πρέπει να εφαρμοστεί η αριστερή ατζέντα των συνεδριακών τους αποφάσεων, ωστόσο θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτουν δεν τους το επιτρέπει. 

Κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως αυτά που προέρχονται από την αριστερή πλατφόρμα  θα πρέπει να καταλάβουν  ότι το κόμμα τους δεν πήρε αυτοδυναμία και πολύ περισσότερο δεν υπερψηφίστηκαν οι δικές τους απόψεις για το θέματα της οικονομίας.  

Η Λαϊκή εντολή όπως αυτή εκφράστηκε άλλωστε και μέσα από τις δεσμεύσεις του Αλέξη Τσίπρα ήταν: «σκληρή διαπραγμάτευση εντός του ευρώ και όχι ρήξη με τους εταίρους».  

Μην ξεχνάμε ότι τη διαφορά με τη ΝΔ την έδωσαν κυρίως πρώην ψηφοφόροι της, αφού πείστηκαν από αυτήν τη δέσμευση, δηλαδή παραμονή στο ευρώ.  

Ο κ. Λαφαζάνης είναι μέλος της κυβέρνησης που δεν αποτελείται από συνιστώσες και ψηφίστηκε από τον ελληνικό λαό- και από κεντροδεξιούς- επομένως θα πρέπει να καταλάβει ότι δεν συμμετέχει σε αυτήν ως εκπρόσωπος της αριστερής πλατφόρμας. 

Επίσης η κυβέρνηση έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης να εφαρμόσει  συγκεκριμένα πράγματα και όχι τις διακηρυγμένες θέσεις της συνιστώσας που εκπροσωπεί και πάντα εντός του ευρώ όπως τονίζει κάθε φορά ο κ. Τσίπρας.

Αν ο κ. Τσίπρας δεν καταφέρει να πάρει από τη διαπραγμάτευση αυτά που έχει υποσχεθεί, δεν έχει «δικαίωμα» να έρθει σε ρήξη με τους εταίρους μας γιατί αυτή η κίνηση θα οδηγούσε σε έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Αυτό που θα πρέπει να κάνει είναι να επιστρέψει τη λαϊκή εντολή και να ζητήσει νέα με ξεκάθαρο διακύβευμα ακόμα και αυτό περί εξόδου από το ευρώ.

Επίσης, όσοι διαβάζουν τις δημοσκοπήσεις και θεωρούν ότι η υψηλή δημοτικότητα της κυβέρνησης σημαίνει και σκλήρυνση των ελληνικών θέσεων κάνουν λάθος. Η δημοτικότητα της κυβέρνησης θα κριθεί όταν θα ανακοινωθεί συμφωνία, όπως επίσης στα ταμεία της εφορίας και στα ποσοστά της ανεργίας.

Όσοι δεν θέλουν να καταλάβουν ότι μια διαπραγμάτευση πίσω από  κλειστές πόρτες είναι μια παρτίδα πόκερ με υπόγειους διαύλους επικοινωνίας, αμοιβαίες υποχωρήσεις και μπλόφες που αποσκοπούν στο συμβιβασμό τότε στο τέλος θα απογοητευτούν. Και ο συμβιβασμός σημαίνει ότι δίνεις και παίρνεις για να πας σε μια λύση που δεν αφήνει, τουλάχιστον, σε καμία από τις δύο πλευρές την αίσθηση του βαριά ηττημένου. Στην περίπτωση που δε επιτυγχάνεται ο συμβιβασμός  μοιραία οδηγούμαστε σε ρήξη. 

Ο κίνδυνος μιας  ρήξης  με τους δανειστές είναι υπαρκτός. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή ώστε να μη δημιουργηθεί χάσμα ανάμεσα στην ελληνική κοινωνία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στις δημοσκοπήσεις η κοινωνία στηρίζει την σκληρή διαπραγμάτευση άλλωστε έχουν προηγηθεί πέντε χρόνια βίαιης αναδιάρθρωσης και φτωχοποίησης. Όμως όχι εκτός ευρώ, τι θα γίνει εάν η χώρα βρεθεί εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου; 

Η κυβέρνηση ανέβασε ψηλά τον πήχη μετά τη σύνοδο κορυφής ενώ θα έπρεπε να χαμηλώσει τους τόνους. Αντί να στραφεί στα θέματα ουσίας, εστίασε στο σύνθημα  “τέλος το μνημόνιο,  τέλος στην τρόικα”.  

Με αποτέλεσμα να απαντήσουν κατευθείαν οι πιστωτές και οι εταίροι με διαρροές αλλά και δηλώσεις σχετικά με την ονοματολογία και μάλιστα με ειρωνική διάθεση.

Η κοινή γνώμη της Ευρώπης παρακολουθεί με συμπάθεια την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης συνειδητοποιώντας το τεράστιο κοινωνικό κόστος που προκάλεσαν οι αποτυχημένες πολιτικές λιτότητας. Ωστόσο δεν βλέπουν θετικά την επιθετική στάση αμφισβήτησης των κανόνων και των θεσμών. 

Δυστυχώς πολλοί υπουργοί με πολύ υπερβολή εκμεταλλεύτηκαν το χώρο και τον χρόνο που τους δόθηκε σε ξένα και ντόπια ειδησεογραφικά δίκτυα, όχι με ταπεινότητα διεκδίκησης αλλά με αλαζονεία λες και έπεφταν στην παγίδα της δημοσιότητας που ήθελαν κάποιοι... Όλες αυτές οι υπερβολικές δηλώσεις δημιουργούν αντανακλαστικά σε άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα σε σημείο που ακόμα και οι φιλικοί  Podemos να αναγκαστούν να πάρουν διακριτικές αποστάσεις ασφαλείας. 

Για να υπάρξει θετική έκβαση στις διαπραγματεύσεις η κυβέρνηση θα πρέπει να εστιάσει στην χαλάρωση των ασφυκτικών δημοσιονομικών στόχων σε συνδυασμό με διαρθρωτικές αλλαγές,  προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ανασυγκρότηση του κράτους και πάταξη της φοροδιαφυγής

Αυτή η κυβέρνηση που καταγγέλλει τις ιδεοληψίες δε θα πρέπει να εγκλωβιστεί σε μια ιδεοληψία… Στο πεδίο των πολιτικών κερδίζει τις εντυπώσεις ωστόσο στο σημερινό Eurogroup θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει και σχέδιο. Το σημαντικότερο όμως είναι να απεμπλακεί από  συνθηματολογικές αγκυλώσεις.

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη, οι ιδεοληψίες και οι λεκτικές αγκυλώσεις δεν έχουν θέση και πρέπει να ξεπερνιούνται. Αυτό που θα πρέπει να έχει ως κύριο μέλημα ο πρωθυπουργός ενόψει της προσπάθειας για την εξεύρεση μιας βασικής λύσης είναι να τεθεί σε προτεραιότητα η ουσία των πολιτικών που θα συμφωνηθούν και τα οικονομικά μεγέθη που θα κληθεί η κυβέρνηση του να εφαρμόσει.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο