Γραφείο Προϋπολογισμού: Eπιδεινώθηκε η οικονομία το πρώτο εξάμηνο - Καταστροφικές οι συνέπειες ενός Grexit

Γραφείο Προϋπολογισμού: Eπιδεινώθηκε η οικονομία το πρώτο εξάμηνο - Καταστροφικές οι συνέπειες ενός Grexit

Γράφει ο Παναγιώτης Τζαννετάτος

Ένα δύσβατο δρόμο γεμάτο αβεβαιότητες και μεγάλους κινδύνους, τόσο πολιτικούς όσο και κοινωνικούς, περιγράφει στην τριμηνιαία του έκθεση (Απρίλης-Ιούνιος) το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Μάλιστα προειδοποιεί πως οι επόμενοι μήνες και ενδεχομένως τα επόμενα 2-3 χρόνια θα είναι δύσκολα για την πολιτική, την κοινωνία αλλά και την οικονομία, υπογραμμίζοντας πως το έργο της προσαρμογής και της ανάκαμψης επιβάλει ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Ωστόσο είναι ίσως ο πρώτος φορέας που αναγνωρίζει δημόσια ότι η τρέχουσα προκαταρκτική συμφωνία με τους εταίρους-δανειστές για τη χρηματοδότηση μέσω του ESM, μπορεί να αποδώσει, καθώς τα μέτρα όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, δεν περιορίζονται σε αυξήσεις φόρων. «Ο συμβιβασμός, μπορεί να καταστεί οικονομικά βιώσιμος, δεδομένου κιόλας ότι περιέχει μια σημαντική αναπτυξιακή πτυχή  και μπορεί να μειώσει γρήγορα την αβεβαιότητα», σημειώνει χαρακτηριστικά η έκθεση, επισημαίνοντας πως η αναπτυξιακή πτυχή της συμφωνίας μπορεί να αναχαιτίσει έστω το 2016 τις υφεσιακές πιέσεις στην οικονομία» σημειώνεται.

Διαβάστε ολόκληρη την έκθεση

Αναλυτικότερα η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναφέρει πως η κατάσταση της οικονομίας το πρώτο εξάμηνο του 2015 χειροτέρευσε καθώς η χώρα επανήλθε σε υφεσιακή τροχιά. Αιτίες, είναι η εκλογική διαδικασία, η μη συμφωνία με τους θεσμούς καθώς και η φειδωλή παροχή ρευστότητας από τον ELA σε συνδυασμό με την αυξημένη εκροή καταθέσεων που οδηγούσε σε αποθησαύριση του χρήματος.

Ακόμα, η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε από την αποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης από τις διαπραγματεύσεις, τη λήξη του προγράμματος προσαρμογής (τέλος Ιουνίου 2015), τη διακοπή της αποπληρωμής δανείων στο ΔΝΤ και τη προκήρυξη του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. «Η συνακόλουθη ανασφάλεια που προκλήθηκε, οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη εκροή καταθέσεων, η οποία σε συνδυασμό με τη διακοπή ρευστότητας από τον ELA, είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls) αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το οικονομικό κόστος στο οποίο προστέθηκε και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Προς στιγμή, η χώρα φάνηκε να βαδίζει προς μια χαοτική χρεοκοπία», αναφέρει.

Καλύτερα συμφωνία από χρεοκοπία 

Παράλληλα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, παίρνει ξεκάθαρη θέση και ως προς το ζήτημα ευρώ ή δραχμή, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι η όποια συμφωνία με τους θεσμούς είναι προτιμότερη από την άτακτη χρεοκοπία.

«Κατά τη γνώμη μας, μια ταχεία κατάληξη σε συμφωνία με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) πάνω σε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων το οποίο θα αποτελεί "ιδιοκτησία" της ελληνικής πλευράς και κοινωνίας,  παρά τις πολιτικές - ιδεολογικές δυσκολίες, ήταν και παραμένει σε όρους γενικής ευημερίας προτιμότερη από την παράταση της εκκρεμότητας ή και από μια ενδεχόμενη  άτακτη χρεοκοπία.  Είναι δηλαδή προτιμότερη ακόμα και με καθαρά οικονομικά κριτήρια», επισημαίνει.

Το γραφείο, αντιπαρέρχεται και χαρακτηρίζει «έωλο» το επιχείρημα ότι μετά την έξοδο από την Ευρωζώνη και ένα αρχικό «σοκ» η οικονομία θα ανέκαμπτε γρήγορα κυρίως γιατί η υποτίμηση θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητα της, καθώς όπως λέει παραγνωρίζει ότι θα έκλεινε η στρόφιγγα των εξωτερικών πόρων, θα προκαλούνταν ένας φαύλος κύκλος  υποτιμήσεων και πληθωρισμού του νέου νομίσματος, δεν θα εξαλείφονταν οι διαρθρωτικές υστερήσεις της χώρας και ότι θα πλήρωναν το τίμημα οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. «Όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε τις χαοτικές καταστάσεις που θα προκαλούσε μεταβατικά η  παντελής έλλειψη προετοιμασίας για την έξοδο από την Ευρωζώνη, για την οποία φαίνεται ότι έγιναν απλώς ασκήσεις επί χάρτου», προσθέτει.

Επιπλέον η έκθεση εκτιμά πως η διαπραγματευτική θέση της χώρας έναντι των δανειστών δεν ενισχύθηκε με την παρατεταμένη διαπραγμάτευση, τις τράπεζες κλειστές, την οικονομία σε ύφεση, τη δημόσια οικονομία σε ακαταστασία, την εμπιστοσύνη να έχει χαθεί (αν και όχι μόνο με ελληνική ευθύνη) και τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) να αδειάζουν γρήγορα.  

Ωστόσο προειδοποιεί πως το μεγάλο ερώτημα του αν συνολικά η πολιτική προσαρμογής μπορεί να ολοκληρωθεί ή πετύχει υπό την πίεση του εξωτερικού παράγοντα που λέγεται «θεσμοί», δεν έχει απαντηθεί. Όπως ευελπιστεί στο πλαίσιο του προγράμματος που θα συμφωνηθεί με τον ESM, δεν θα επαναληφθεί ο πόλεμος τριβής στις συνεχείς διαβουλεύσεις.

Πάντως ξεκαθαρίζει πως τα όποια αποτελέσματα δεν θα είναι μόνιμα αν η κοινωνία δεν τα αποδεχτεί. «Επίσης, η κοινωνία δεν θα τα αποδεχθεί όσο η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν εκπέμπει και δεν εξηγεί ένα σαφές μήνυμα (ή όραμα) και όσο δεν υπάρχει ιδιοκτησία (ownership) των μεταρρυθμίσεων που νομοθετούνται», υπογραμμίζει με σαφής αιχμές προς την κυβέρνηση, επισημαίνοντας: «μέχρι να φθάσουμε στο νέο «μνημόνιο συνεννόησης» οι διαπραγματεύσεις θα είναι σκληρές γιατί μετά τα προαπαιτούμενα, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να συνεργασθεί με τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών για να συγκεκριμενοποιήσει  προτάσεις (μαζί με ένα ξεκάθαρο χρονοδιάγραμμα για νομοθέτηση και υλοποίηση) σε πολύπλοκα θέματα όπως το ασφαλιστικό και οι εργασιακές σχέσεις».

Για την κυβέρνηση αναφέρει πως ενώ είχε πρόβλημα αξιοπιστίας στο εξωτερικό με τη συμφωνία αντιμετωπίζει αντίστοιχο πρόβλημα και στο εσωτερικό της χώρας, αφού το «προηγούμενο διάστημα συντηρούσε ανεδαφικές, όπως αποδείχθηκε με βάση το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, προσδοκίες, που εκδηλώθηκαν εκκωφαντικά στο 62% ΟΧΙ του δημοψηφίσματος».

Σε ό,τι αφορά τον παραλληλισμό του αποτελέσματος της τελευταίας Συνόδου Κορυφής με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, η έκθεση αναγνωρίζει αναλογίες, ωστόσο τον χαρακτηρίζει παραπλανητικό, καθώς η νέα συμφωνία προβλέπει την αποκατάσταση της ομαλής ροής δανείων και δωρεάν βοήθειας στην Ελλάδα. 

Αντίστοιχα, για τα περί πραξικοπήματος αναφέρει πως δεν διευκολύνει τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, καθώς εμποδίζει την ορθολογική συζήτηση για συγκεκριμένα μέτρα και μεταρρυθμίσεις, όπως είναι  ο νέος κώδικας πολιτικής δικονομίας και η ένταξη της χώρας στο ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την εξυγίανση των τραπεζών.

Για το συζητούμενο νέο πρόγραμμα, το γραφείο επισημαίνει πως από θεσμική άποψη ισοδυναμεί με «μερική αλλαγή καθεστώτος», με την έννοια ότι θα εξαλειφθούν οι παθογένειες του σημερινού προτύπου θεσμικής οργάνωσης της οικονομίας.

«Αν τώρα πραγματοποιηθούν με συνέπεια, έστω υπό τις παρούσες δυσμενείς συνθήκες, τότε οι εσωτερικές δομές τη χώρας σε Δημόσια Διοίκηση, Δικαιοσύνη, φορολογικούς θεσμούς, ρυθμιστικό σύστημα των αγορών κλπ. θα προσαρμοσθούν στα δεδομένα της ΕΕ και θα επιτρέψουν την επιστροφή σε διατηρήσιμη  ανάπτυξη, σε συνδυασμό βεβαίως με την περαιτέρω ροή εξωτερικών πόρων για την ανάπτυξη. Άλλως, το βάρος θα πέσει πάλι στη μείωση των μισθών που  επιδρά δυσμενώς στις μακροπρόθεσμες προοπτικές», τονίζει και εκφράζει την εκτίμηση πως η ελληνική οικονομία και κοινωνία έχει ανεκμετάλλευτες αναπτυξιακές δυνατότητες που θα αξιοποιηθούν μετά από μια (επώδυνη) διαδικασία προσαρμογής σε συνδυασμό με στοιχεία κοινωνικής δικαιοσύνης

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο