Δούρου: Να διαπραγματευτούμε λέξη προς λέξη την εφαρμογή μιας σκληρής συμφωνίας

Δούρου: Να διαπραγματευτούμε λέξη προς λέξη την εφαρμογή μιας σκληρής συμφωνίας

«Σήμερα, μετά από μια σκληρή και άνιση διαπραγμάτευση, με λάθη και αδεξιότητες, ναι, αλλά πάντα με ειλικρίνεια και ανάληψη από τον πρωθυπουργό της ευθύνης για το καλό του τόπου, αναλαμβάνουμε να φέρουμε σε πέρας μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση», τονίζει η Ρένα Δούρου.

Σε άρθρο-παρέμβασή της στην εφημερίδα «Αυγή» με τίτλο «Για την Κεντρική Επιτροπή», η Περιφερειάρχης Αττικής διευκρινίζει ότι η δύσκολη εξίσωση αφορά την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάγκης και παραδέχεται ότι αυτό «πόρρω απέχει από το όραμά μας».

Ωστόσο, προσθέτει πως «το όραμα δεν μπορεί να οικοδομείται σε αοριστολογίες πασπαλισμένες με δήθεν “αντισυστημική επαναστατικότητα”, χωρίς τεκμηρίωση, σοβαρό σχεδιασμό, κοστολογημένες προτάσεις με βιώσιμη προοπτική. Το όραμα κτίζεται με σκληρή δουλειά που ξεκινά από σήμερα».

Επίσης, η κυρία Δούρου σημειώνει:

Σήμερα ακριβώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να εγκαταλείψουμε το καράβι. Δεν έχουμε το δικαίωμα να ρίξουμε λευκή πετσέτα στο καναβάτσο. Οφείλουμε δηλαδή να διαπραγματευθούμε όρο προς όρο, παράγραφο προς παράγραφο, λέξη προς λέξη την εφαρμογή μίας σκληρής συμφωνίας που ήταν το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου, αρνητικού, συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ολόκληρο το άρθρο της Ρένας Δούρου:

Πολλά έχουν ήδη γραφτεί για την πρόσφατη συμφωνία τής κυβέρνησης με τους δανειστές, πολλά θα γραφτούν. Έχουν ήδη κατατεθεί πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με τις εξελίξεις που δρομολόγησε η συμφωνία της 12ης Ιουλίου στις Βρυξέλλες, ενώ ήδη κάνει την εμφάνισή της η φιλολογία της «ήττας».

Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ούτε σε εκείνη του 1960 και είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχει διαμορφωθεί ένα νέο τοπίο, ένα «πριν» κι ένα «μετά» τη 12η Ιουλίου 2015.

Στην Ε.Ε. υφίστανται πια δύο στρατόπεδα πολιτικής. Εκείνο της σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής ως αποκλειστικής πυξίδας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος κι εκείνο που δίνει έμφαση στην αναζήτηση της ανάπτυξης - του μόνου μέσου για να ανοίξει ο δρόμος υπέρβασης μιας κρίσης που δεν αφορά αποκλειστικά την οικονομία, αλλά τη Δημοκρατία.

Σειρά κορυφαίων Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοητών αλλά και πολιτικών θέτουν πλέον το θέμα του «ελληνικού ζητήματος» ως την αφετηρία για το ευρύτερο ζήτημα του δομικού προβλήματος μιας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής που είναι φανερό ότι έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Γιατί, όπως κατέδειξε η επίμονη -για πρώτη φορά- διαπραγμάτευση της νέας κυβέρνησης της χώρας μας με τους θεσμούς, η σημερινή Ε.Ε. νοσεί βαθύτατα και πρέπει επειγόντως να αλλάξει ρότα. Το «ελληνικό ζήτημα» λειτούργησε ως καταλύτης και δεν είναι τυχαίο ότι οι λύσεις που προτείνονται, απορρίπτοντας τη διαιώνιση της λιτότητας, αναφέρονται στην ανάγκη να βγει η χώρα μας, όχι από το ευρώ, αλλά από την «Ε.Ε. - ΔΝΤ», όπως τονίζεται λόγου χάρη στις σχετικές αναλύσεις του Ινστιτούτου του Ζακ Ντελόρ. Οι δε οξύτατες επικρίσεις της τακτικής και της στρατηγικής του Βερολίνου (και όχι μόνο) από σειρά κορυφαίων αναλυτών και διανοούμενων (Χάμπερμας, Μίνχαου, Ντελόρ, Στρος Καν κ.ά.) είναι ενδεικτικές της μεγάλης ανάγκης μεταρρύθμισης που έχει σήμερα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αν επιθυμεί να παραμείνει κοινό οικοδόμημα κοινωνιών και όχι σκελετός ισχυρών.

Η διεθνοποίηση του «ελληνικού ζητήματος», το μεγάλο κύμα διεθνούς αλληλεγγύης προς τον ελληνικό λαό, η ρηγμάτωση του σημερινού κυρίαρχου υποδείγματος μιας Ευρώπης - στρατώνα στην υπηρεσία αποκλειστικά του Δημοσιονομικού Συμφώνου, είναι λοιπόν αναμφισβήτητα γεγονότα. Γεγονότα που εγγράφουν υποθήκες για το μέλλον της Ε.Ε.

Γεγονότα που όμως δεν απαλύνουν τη δύσκολη καθημερινότητα των συμπολιτών μας.

Δεν φέρνουν πίσω τους νέους επιστήμονες που φεύγουν στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά. Δεν δημιουργούν άμεσα ανάπτυξη. Δεν αναπληρώνουν μισθούς και συντάξεις. Δεν αποκαθιστούν τις εργασιακές σχέσεις.

Δεν ξαναστήνουν τα ερείπια των τελευταίων πέντε ετών.

Όμως αυτό θα γίνει με συγκεκριμένους τρόπους: Την ανάταξη της χώρας. Την επανεκκίνηση της οικονομίας. Την οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.

Όλα τούτα δεν θα πέσουν εξ ουρανού. Ούτε θα γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη με ένα μαγικό ραβδάκι.

Θα υλοποιηθούν από όλους όσοι αναλαμβάνουμε την ευθύνη.

Στις 26 Ιανουαρίου 2015, μια μέρα μετά την ιστορική εκλογική νίκη, έγραφα: «Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν υποσχέθηκε τον ουρανό με τ' άστρα στους πολίτες. Τους ζήτησε, όχι 'λευκή επιταγή' αλλά ανάληψη ευθύνης, συλλογικής και ατομικής. Τους ζήτησε να κοιτάξουν μπροστά διαφορετικά».

Σήμερα, έπειτα από μια σκληρή και άνιση διαπραγμάτευση, με λάθη και αδεξιότητες, ναι, αλλά πάντα με ειλικρίνεια και ανάληψη από τον πρωθυπουργό της ευθύνης για το καλό του τόπου, αναλαμβάνουμε να φέρουμε σε πέρας μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση.

Εκείνη της εφαρμογής ενός προγράμματος ανάγκης, που, ναι, πόρρω απέχει από το όραμά μας. Το όραμα όμως δεν μπορεί να οικοδομείται σε αοριστολογίες πασπαλισμένες με δήθεν «αντισυστημική επαναστατικότητα», χωρίς τεκμηρίωση, σοβαρό σχεδιασμό, κοστολογημένες προτάσεις με βιώσιμη προοπτική. Το όραμα χτίζεται με σκληρή δουλειά που ξεκινά από σήμερα.

Γιατί ακριβώς σήμερα καλούμαστε να φέρουμε σε πέρας ένα πρόγραμμα το οποίο περιέχει σειρά δύσκολων -«υφεσιακών» τα έχουν χαρακτηρίσει πολλοί οικονομολόγοι- μέτρων. Όμως, οι πάντες γνωρίζουν ότι το θέμα σήμερα δεν είναι οικονομικό. Αλλά πρωτίστως πολιτικής βούλησης και συνολικής στρατηγικής. Βούλησης και στρατηγικής να σταθεί ο τόπος στα πόδια του.

Βούλησης και στρατηγικής να αναπτυχθεί εκείνη η δυναμική για να βγει η χώρα από τη χρηματοπιστωτική ασφυξία και να προχωρήσει σε αλλαγή υποδείγματος μέσα από την καταπολέμηση του στρεβλού οικονομικού μοντέλου που επικράτησε από τη Μεταπολίτευση και πέρα. Μέσα από την πάταξη της διαφθοράς, της διαπλοκής και της γραφειοκρατίας. Μέσα από τις απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις και ξένες επενδύσεις - όλα στο πλαίσιο της απαραίτητης παραγωγικής ανασυγκρότησης της πατρίδας για τα επόμενα χρόνια με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.

Σήμερα ακριβώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να εγκαταλείψουμε το καράβι. Δεν έχουμε το δικαίωμα να ρίξουμε λευκή πετσέτα στο καναβάτσο. Δεν έχουμε το δικαίωμα να κρυβόμαστε πίσω από κάθε είδους λεγκαλισμούς, επικλήσεις στο θυμικό, «επαναστατικές» κορώνες, «ανατρεπτικά» τσιτάτα.

Όσοι λοιπόν αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ως ευθύνη και όχι ως καριέρα, ως πράξη και όχι ως πόζα, όσοι έχουμε επιλέξει την Αριστερά ως στάση ζωής και όσοι πιστεύουμε στο πρόταγμα της κοινωνικής αλλαγής και όχι στον λαϊκισμό της ευκολίας οφείλουμε να αναμετρηθούμε σήμερα με τη συγκεκριμένη συγκυρία. Οφείλουμε δηλαδή να διαπραγματευθούμε όρο προς όρο, παράγραφο προς παράγραφο, λέξη προς λέξη την εφαρμογή μίας σκληρής συμφωνίας που ήταν το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου, αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτός είναι ο μόνος δρόμος υπέρβασης της οικονομικής κρίσης, δημιουργίας νέων συσχετισμών δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διασφάλισης της Δημοκρατίας.

Είναι ο δρόμος να καταστεί η Ελλάδα νησίδα σταθερότητας και ανάπτυξης, γέφυρα συνεννόησης και επικοινωνίας της Ε.Ε. με το ασταθές και απρόβλεπτο περιβάλλον των Βαλκανίων καθώς και με εκείνο της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και της, σε διαρκή ανατάραξη, Μέσης Ανατολής.

Τον δρόμο αυτό οφείλει να τον βαδίσει με επιτυχία και ασφάλεια η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα, έχοντας στον νου της τη ρήση του Βάλτερ Μπένγιαμιν ότι «κάθε άνοδος του φασισμού δηλώνει μια αποτυχημένη επανάσταση». Με άλλα λόγια, ενδεχόμενο κενό δεν θα υπάρξει: θα γεμίσει με το τερατώδες... Και ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους όλοι αυτό...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο