Με προσδιορισμένη και –επί της ουσίας- κατατεθειμένη δημοσίως ατζέντα, θα μεταβεί αύριο πρωί στο Μέγαρο Μαξίμου ο Αντώνης Σαμαράς, πρώτος στη λίστα συναντήσεων του Γ. Παπανδρέου με τους πολιτικούς αρχηγούς. Ήδη όμως, από την περιρέουσα πληροφόρηση και το κλίμα που έχει διαμορφωθεί, δεν αναμένονται εκπλήξεις ως προς το αιτούμενο της συνάντησης, που είναι η συναίνεση. Ο Πρόεδρος της ΝΔ έχει ξεκαθαρίσει προς όλες τις κατευθύνσεις ότι δεν προτίθεται να γίνει συνένοχος στη λανθασμένη πολιτική που ακολουθείται, είτε επιλέγεται από την κυβέρνηση, είτε επιβάλλεται από τους όρους του Μνημονίου. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι σαφές το πλαίσιο συμφωνίας αλλά και διαφωνίας από πλευράς του Αντώνη Σαμαρά.

Συγκεκριμένα, όπως διαρρέεται από το στενό του περιβάλλον, ο Πρόεδρος της ΝΔ θα παραμείνει στι σκληρή γραμμή της καταψήφισης οποιασδήποτε επικαιροποίησης του μνημονίου καθώς και της μη στήριξης του μεσοπρόθεσμου προγράμματος. Αντίθετος έχει δηλώσει εξάλλου στο θέμα των απολύσεων από το Δημόσιο τομέα, αναπτύσσοντας μάλιστα συγκεκριμένη επιχειρηματολογία βάσει της οποίας μια τέτοια απόφαση, όχι μόνο θα πλημμυρίσει την κοινωνία με στρατιές χιλιάδων ανέργων αλλά θα λειτουργήσει λιγότερο ωφέλιμα και για τα δημοσιονομικά.

Και στο θέμα των αποκρατικοποιήσεων όμως, στο οποίο διαπιστώνεται μία κατ’ αρχήν συμφωνία, ο Αντώνης Σαμαράς θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις αρχές με τις οποίες θα πρέπει να προχωρήσει το εν λόγω πρόγραμμα.

Όπως επεσήμανε και στο «Ζάππειο ΙΙ», η λογική δε θα πρέπει να είναι μόνον το πρόσκαιρο ταμειακό όφελος, προσθέτοντας ότι έτσι κι αλλιώς η πρόταση της ΝΔ, είναι σε πολλές περιπτώσεις (π.χ. ΔΕΗ) περισσότερο προωθημένη από αυτήν της κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, ενώ σε κάποια ζητήματα ό Πρόεδρος της ΝΔ κινείται στη λογική «πάμε και βλέπουμε», σε κάποια άλλα εμφανίζεται ευθεία αντίθετος. Κυρίως στο θέμα της αυξημένης φορολογίας όπου έχει προτείνει μείωση τόσο του ΦΠΑ όσο και της φορολογίας των επιχειρήσεων.

Η «κόκκινη γραμμή» Σαμαρά είναι πλέον εντονότερη από ποτέ, μετά και τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, που εμφανίζουν τα ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων να βρίσκονται πλέον «στα ίσα», γεγονός που παρέχει ξεκάθαρο πολιτικό πλεονέκτημα στον Πρόεδρο της ΝΔ.