Όσο καθυστερεί η διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης τόσο πιο επώδυνη είναι. Τα δάνεια δίνονται γιατί υπάρχει προσδοκία εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, τα μέτρα δεν μπορούν να αναβληθούν, προειδοποιεί ο Γιούργκεν Σταρκ, το ισχυρό μέλος του εκτελεστικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στους Νέους Φακέλους και τον Τάσο Τέλλογλου. Σύμφωνα με τον κ. Σταρκ η δημοσιονομική εξυγίανση εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, γιατί η Ελλάδα τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα ζούσε πέρα από τις δυνατότητές της μέσω «μιας έκρηξης του χρέους».

«Η διαδικασία μπορεί να πονέσει σε κάποιες περιπτώσεις. Αλλά όσο πιο πολύ περιμένουμε να την εφαρμόσουμε, τόσο πιο πολύ θα πονέσει. Εξάλλου τα μέτρα δεν μπορούν να αναβληθούν, εδώ υπάρχει η αλληλεγγύη των Ευρωπαίων και της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην Ελλάδα, αλλιώς δεν θα υπήρχαν αυτά τα δάνεια, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η προσδοκία, κι αυτό το εννοώ, να θεωρηθούν αυτά τα δάνεια ως μια βοήθεια για να εφαρμοστεί το εκτεταμένο και φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων προσθέτει» υπογραμμίζει.

«Καμία χώρα δεν μπορεί να ζει πέραν των δυνατοτήτων της»

Ειδικότερα, ο Γιούρκεν Σταρκ επικρίνει τη στάση της Ελλάδας μετά την εισαγωγή του ευρώ, τονίζοντας ότι δεν άλλαξε πρακτικά τίποτα στην πολιτική της μετά την εισαγωγή του κοινού νομίσματος.

«Η Ελλάδα, τα τελευταία 25 χρόνια δεν είχε ποτέ έλλειμμα κάτω του 3%! Ήταν πάντα πάνω από 3%. Καμία χώρα δεν μπορεί να ζει για τόσο καιρό πέραν των δυνατοτήτων της και να μη βάζει τα δημοσιονομικά της σε τάξη. Ταυτόχρονα δεν έγινε καμία διαρθρωτική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες επεκτάθηκαν. Συγκεκριμένα, επειδή δεν έγιναν διαρθρωτικές αλλαγές είχαμε μια μακρά διαστρέβλωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και μαζί διαστρέβλωση της ανταγωνιστικότητας των τιμών» τόνισε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Σταρκ, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν δημιουργήθηκαν σε μία νύχτα, αλλά είναι διαρθρωτικά και χτίζονται χρόνια τώρα.

«Η Ελλάδα χτυπήθηκε και από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Ο κρίσιμος παράγοντας όμως ήταν τα εσωτερικά προβλήματα που δεν είχαν αντιμετωπιστεί για πολλά χρόνια, κι εξάλλου για μένα το πρόβλημα της Ελλάδας ξεκίνησε το 2004 ή το 2005, όταν είχαμε προβλήματα με τα στατιστικά στοιχεία που δίνατε που δεν ήταν αληθινά. Και πριν το 2007, στη συζήτηση που γινόταν στις Βρυξέλλες στο συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών για το αν έπρεπε να λήξουμε τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ελλάδας. Ήμασταν επιφυλακτικοί, δεν είχαμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των στοιχείων. Πιστεύω ότι το 2007 κάναμε λάθος, να δώσουμε στην ελληνική κυβέρνηση το σήμα ότι όλα είναι εντάξει, αλλά δεν ήταν όλα εντάξει, κι από κει και πέρα συσσωρεύτηκαν τα προβλήματα» αναφέρει.

Όσον αφορά τα στατιστικά στοιχεία που έδινε η Ελλάδα την περίοδο 2006 - 2007 ο κ. Σταρκ δηλώνει ότι τα αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό. «Προσπάθησα να καταλάβω την αληθοφάνειά τους, και στα νούμερα που είχα στο χαρτί πρόσθετα πάντα κάτι παραπάνω» δηλώνει σκωπτικά.

Όπως επισημαίνει, το 2009 ΕΚΤ δεν μπορούσε να παρέμβει άμεσα, καθότι δεν είναι ο πρώτος συνομιλητής της ελληνικής κυβέρνησης, εντούτοις υπήρχε επικοινωνία με τις ελληνικές υπηρεσίες εξαιτίας των αποκλίσεων που είχαν εντοπιστεί στα στοιχεία.

Ο κ. Σταρκ υπενθυμίζει ενδεικτικά και τη συνεδρίαση του συμβουλίου της ΕΚΤ της 8ης Μαΐου του 2008 στην Αθήνα, στη διάρκεια της οποίας και στη συνέντευξη Τύπου, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ υπέδειξε τα προβλήματα σε κάποιες χώρες στις οποίες υπήρχε υψηλός πληθωρισμός, κι οι οποίες είχαν χάσει την ανταγωνιστικότητά των τιμών τους. «Αυτό ειπώθηκε εν είδει μηνύματος με παραλήπτη την Ελλάδα, ώστε να επιταχύνει τη διαδικασία προσαρμογής» υπογαμμίζει.

Ο γερμανός τεχνοκράτης σημειώνει δε ότι μια χώρα μπορεί να τα βγάλει πέρα διψήφιο έλλειμμα, που προέρχεται από υπερβολική δημοσιονομική πολιτική, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πολιτική αυτή θα διορθωθεί, και χωρίς δισταγμό.