Ο Πολ Τόμσεν, μιλώντας ενώπιον κλειστού κύκλου της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στις ΗΠΑ, προανήγγειλε νέες αναπροσαρμογές στο πρόγραμμα του Μνημονίου, παρά το ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στο σωστό δρόμο», ενώ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός προς την κυβερνητική αναποτελεσματικότητα στην είσπραξη φόρων. Η ομιλία του διεξήχθη σε στον ελληνικό Σύλλογο «Προμηθέας» στην Μπεθέσντα της πολιτείας Μέριλαντ, λίγες ώρες μετά την αναχώρησή του από την Αθήνα και έχοντας δώσει το πράσινο φως στην εκταμίευση της 5ης δόσης προς την Ελλάδα. Στο πάνελ της συζήτησης που είχε τίτλο «η Ελληνική Οικονομία ένα χρόνο μετά το Μνημόνιο: πρόοδος και προκλήσεις», συμμετείχαν επίσης δύο Έλληνες, πρώην ανώτατα στελέχη που υπηρέτησαν επί χρόνια στο Ταμείο, οι κ.κ. Θάνος Κατσάμπας και Ευάγγελος Καλαμίτσης, καθώς και η διακεκριμένη καθηγήτρια Ειρήνη- Νινέτα Κυριακοπούλου.

Ο κ. Τόμσεν, φανερά εξαντλημένος από τις πολυήμερες διαπραγματεύσεις με τις ελληνικές αρχές αλλά και το πολύωρο ταξίδι που έκανε από την Αθήνα στην αμερικανική πρωτεύουσα, έδειξε μεγάλη επιμονή στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την επιτυχία του προγράμματος που εφαρμόζεται στην Ελλάδα.

Το παρομοίασε με έναν «ζωντανό οργανισμό, ο οποίος είναι αναγκαίο να προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες ανάγκες ή ακόμα και στα προβλήματα που προκύπτουν», ενώ άφησε να εννοηθεί πως κάτι που αποφασίζεται σήμερα, είναι πιθανό να ανατραπεί μετά από λίγο καιρό από τις εξελίξεις. Έτσι, άφησε να εννοηθεί ότι είναι σχεδόν βέβαιες και νέες αναπροσαρμογές στο μέλλον που θα συγκρατήσουν το πρόγραμμα σε «επιτυχή τροχιά». Στην ουσία ο κ. Τόμσεν έστειλε ένα μήνυμα και προς όσους εκφράζουν την άποψη ότι «το Μνημόνιο πέθανε ή απέτυχε», λέγοντας ότι «οι προσαρμογές είναι συστατικό κομμάτι αυτού του προγράμματος». Σημείωσε ότι «το πρόγραμμα βρίσκεται σε επιτυχή τροχιά υλοποίησης, αν και -όπως είπε- στην πορεία παρουσιάζονται πολλές φορές προβλήματα που δεν τα περιμένεις ή προκύπτουν πράγματα που δεν τα αναμένεις».

«Πολλές φορές είναι σαν να κάνουμε δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το πρόγραμμα έχει αποτύχει. Η Ελλάδα βρίσκεται στο σωστό δρόμο» δήλωσε με έμφαση.

Παράλληλα ο κ. Τόμσεν απάντησε σε δύο ερωτήσεις που του έθεσε ο ΣΚΑΙ: Κατά πρώτον «αν η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα σημαίνει και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων». Στην ερώτηση αυτή ο κ. Τόμσεν απέφυγε να πάρει πάνω του τις ανακοινώσεις, που όπως είπε θα κάνει το προσεχές διάστημα η ελληνική κυβέρνηση. Όπως διευκρίνισε, είναι ανακοινώσεις που σχετίζονται με την απόφαση της κυβέρνησης για το τι θα απογίνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι όταν κλείσει ένας δημόσιος οργανισμός. Αν, δηλαδή, θα μεταταγούν ή θα απολυθούν. Στο ζήτημα αυτό ο κ. Τόμσεν δεν έδωσε ξεκάθαρη απάντηση για το τι από τα δύο έχει ζητηθεί από την κυβέρνηση.

Πληροφορίες πάντως λένε ότι «ο δρόμος των απολύσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ανοιχτός» και ότι πλέον η λύση των μετατάξεων των δημοσίων υπαλλήλων ίσως να μην είναι επαρκής.

Παράλληλα ο κ. Τόμσεν απάντησε και στη δεύτερη ερώτηση του ΣΚΑΙ και- μέσω αυτής- στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ερωτώμενος ο κ. Τόμσεν αν θεωρεί ρεαλιστική την πολιτική πρόταση που έχει καταθέσει η αντιπολίτευση για μείωση της φορολογίας, απάντησε ότι «αυτό θα στερήσει στην εισροή δημοσίων εσόδων στα κρατικά ταμεία και άρα είναι κάτι που θα έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος». «Τη δεδομένη χρονική στιγμή που ζητούμενο είναι η μείωση του ελλείμματος, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον καθώς δε θα έλυνε αυτό το πρόβλημα» είπε χαρακτηριστικά.

Την ίδια στιγμή, ο κ. Τόμσεν, απαντώντας συγκαταβατικά σε όλες τις ερωτήσεις όσων παρέστησαν σε αυτήν την εκδήλωση, έστειλε σαφές μήνυμα προς την Αθήνα «τρίζοντας τα δόντια» στην ελληνική κυβέρνηση στο θέμα της φοροδιαφυγής.

Είπε ότι «έχουν γίνει ελάχιστα βήματα προς την κατεύθυνση της πάταξης της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα» και τόνισε με έμφατικό τρόπο «ότι αν δε ληφθούν εδώ και τώρα δραστικότερα μέτρα το πρόγραμμα στήριξης και, κατ' επέκταση η χρηματοδότηση της χώρας, είναι αδύνατον να συνεχιστεί». Γενικότερα αναφερόμενος στις παθογένειες της ελληνικής οικονομία, το ανώτατο στέλεχος του ΔΝΤ είπε ότι «μία χώρα που δαπανά τα 2/3 των εσόδων της σε μισθούς και συντάξεις και έχει έλλειμμα 15% θα μπορεί να συνεχίσει για πολύ καιρό να δανείζεται ανεμπόδιστα για να τροφοδοτεί αυτό το έλλειμμα». Γι' αυτόν τον λόγο το ΔΝΤ δίνει, όπως είπε, μεγάλη έμφαση στον αναγκαίο δραστικό περιορισμό του ελλείμματος, ώστε η Ελλάδα από το 2014 και μετά να προχωρήσει σε πρωτογενή πλεονάσματα.

Είπε επίσης, ότι το δημοσιονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας είχε ένα πολύ δύσκολο σημείο εκκίνησης, πριν έναν χρόνο, με μία οικονομία με τεράστια ελλείμματα και προβλήματα. «Όλα αυτά σήμερα- είπε ο κ. Τόμσεν- μπαίνουν σταδιακά σε μία τάξη. Χρειάζεται χρόνος και ταχύτητα από μέρους της κυβέρνησης να δαμάσει τα πρωτογενή ελλείμματα του κράτους, τις δαπάνες των νοσοκομείων, να προωθήσει αποφασιστικά το πλάνο των αποκρατικοποιήσεων και, φυσικά, να καταστείλει την εκτεταμένη φοροδιαφυγή". Για την τελευταία μάλιστα σημείωσε ότι είναι ένας λόγος που οι Έλληνες πολίτες νιώθουν έντονη τη μορφή αδικίας, "όταν για την κρίση μέχρι σήμερα δεν πληρώνουν όσοι συνεχίσουν να φοροδιαφεύγουν». Είναι δεδομένο πάντως ότι τα στελέχη του Ταμείου σε κατ' ιδίαν συζητήσεις τους εκφράζουν- όπως λένε- «τη συμπάθειά τους προς τον ελληνικό λαό» ενώ συμφωνούν με την άποψη ότι "για την σημερινή κρίση φταιει η μεγάλη οικονομική κακοδιαχείριση που έγινε κατά το παρελθόν και την οποία πληρώνει σήμερα η χώρα».

Εξίσου σημαντική ήταν η παρέμβαση που έκανε το πρώην ανώτατο στέλεχος του ΔΝΤ, κ. Θάνος Κατσάμπας. Ο κ. Κατσάμπας επισήμανε το κίνδυνο που υπάρχει από τη στάση πληρωμών που έχει κηρύξει το κράτος έναντι σε όσους χρωστάει στο εσωτερικό της χώρας, γεγονός που- όπως επισήμανε- έχει σοβαρότατο αντίκτυπο στον ιδιωτικό τομέα και ολόκληρη την οικονομία. Παράλληλα υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι "το πρόβλημα που δεν προχωράνε οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το Μνημόνιο, δεν είναι το πολιτικό κόστος από μέρους της κυβέρνησης ή των πολιτικών δυνάμεων" είπε. Τόνισε μάλιστα «ότι έστω ας κάνουμε την υπόθεση ότι όλα τα κόμματα συμφωνούν πάνω σε στις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν στην Ελλάδα. Το μείζον πρόβλημα θα παραμείνει» τόνισε.

Προσθέτοντας ότι «αυτό είναι το έλλειμμα ικανότητας που υπάρχει να προωθηθούν οι αλλαγές, αφού η ελληνική κυβέρνηση έχει μείνει εξαιρετικά πίσω στα χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων έπρεπε να είχαν γίνει πολλά περισσότερα».

Παράλληλα η καθηγήτρια κ. Κυριακοπούλου έκανε- μεταξύ άλλων- κατά τη διάρκεια της ομιλίας της μία πολύ σημαντική παρατήρηση που συνομολογούν πολλοί τόσο στο εξωτερικό όσο και το εσωτερικό της χώρας. «Πόσο πραγματικά είναι τα χρονοδιαγράμματα που έχουν τεθεί για τις αποκρατικοποιήσεις στην Ελλάδα» αναρωτήθηκε, σημειώνοντας ότι άλλες χώρες όπως η Γερμανία χρειάζεται χρόνια ολόκληρα για να προωθήσει τις ιδιωτικοποιήσεις στη χώρα. Εκτίμησε μάλιστα ότι μόνο η ολοκληρωμένη καταγραφή της περιουσίας του ελληνικού δημοσίου θα «χρειαστεί περισσότερο από μία δεκαετία».

Είπε μάλιστα ότι το πρόγραμμα στήριξης προς την Ελλάδας «δεν έχει αποτρέψει τη χρεοκοπία της χώρας, αλλά απλώς την έχει αναβάλλει».

Τέλος ο κ. Καλαμίτσης, ο οποίος είχε επί σειρά ετών τον κ. Τόμσεν στενό συνεργάτη του στο ΔΝΤ, ευχήθηκε η Ελλάδα να ξαναβρεί σύντομα το δρόμο της ανάπτυξης και να μπορέσει ο ελληνικός λαός να βγει το συντομότερο δυνατόν από τη σημερινή κρίση, προωθώντας όλες εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να αλλάξει η δομή της οικονομίας της χώρας.