Φίσερ: Η Ελλάδα ως λίκνο της δημοκρατίας ήταν πάντα πολύ σημαντική και πολύ ελκυστική

Φίσερ: Η Ελλάδα ως λίκνο της δημοκρατίας ήταν πάντα πολύ σημαντική και πολύ ελκυστική

Η Ελλάδα ως λίκνο της δημοκρατίας και των θεωρητικών επιστημών ήταν πάντα πολύ σημαντική και πολύ ελκυστική για τον ίδιο, καθώς ήδη από τα μαθητικά του ακόμη χρόνια μεγάλο ήταν πάντα το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα, τονίζει ο ομοσπονδιακός Πρόεδρος της Αυστριακής Δημοκρατίας, Χάιντς Φίσερ, σε μακρά και πολύ ανθρώπινη, αποκλειστική συνέντευξή του εφ΄ όλης της ύλης, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στη Βιέννη.

Στη συνέντευξή του ο Αυστριακός ομοσπονδιακός Πρόεδρος, του οποίου η δεύτερη εξαετής θητεία στο ύπατο αξίωμα της χώρας του ολοκληρώνεται στις 8 Ιουλίου και ο οποίος είναι για δεκαετίες ο δημοφιλέστερος πολιτικός στη χώρα του (ΣΣ έχοντας διατελέσει και επί δώδεκα χρόνια πρόεδρος της αυστριακής Βουλής), αναφέρεται στις σχέσεις του με την Ελλάδα, στην αντίσταση κατά της Χούντας, στη σπουδαία γνωριμία του με τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, στη σημαντική ελληνική στήριξη για την ένταξη της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, με τις δικές του, διαφοροποιημένες (ΣΣ και έντονα φιλελληνικές) τοποθετήσεις για την οικονομική και την προσφυγική κρίση.

Κάνει επίσης αναφορές στις κοσμογονικές αλλαγές του 1989, εκφράζει τη γνώμη του για το μέλλον της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχολιάζει τις πολιτικές εξελίξεις στην Αυστρία των τελευταίων χρόνων, όπως επίσης την έκβαση των πρόσφατων αυστριακών προεδρικών εκλογών, ενώ κάνει λόγο και για τα πάνω από 50 χρόνια παρουσίας του στην πολιτική ζωή της χώρας του.

«Η Ελλάδα πάντα με ενδιέφερε, ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια. Πήγαινα σε ένα γυμνάσιο όπου είχαμε μάθημα Ελληνικών, όπου ο Ελληνικός Πολιτισμός είχε μία σπουδαία θέση στο πρόγραμμα διδασκαλίας και όπου η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ήταν για εμάς οι κατευθυντήριες γραμμές στο μάθημα, δηλαδή, η Ελλάδα, ως λίκνο της δημοκρατίας και των θεωρητικών επιστημών, ήταν για εμένα πολύ σημαντική και πολύ ελκυστική» τονίζει ο Αυστριακός ομοσπονδιακός Πρόεδρος, ο οποίος φέρεται να απαγγέλει απέξω στα αρχαία ελληνικά, ολόκληρες ραψωδίες από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Η επόμενη επαφή του με την Ελλάδα ήταν, όπως επισημαίνει ο Αυστριακός ομοσπονδιακός Πρόεδρος, στη δεκαετία του 1960 όταν επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών και ο ίδιος βρέθηκε δίπλα σε φίλους από την Ελλάδα που είχε γνωρίσει από τα φοιτητικά του χρόνια ως στέλεχος και της Βουλής των Αυστριακών Φοιτητών (ΣΣ Φοιτητική Ένωση Αυστρίας), ενώ ο πρώτος του πολιτικός προιστάμενος, ο Μπρούνο Πίτερμαν (ΣΣ αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αυστρίας), ήταν επί χρόνια πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την Ελλάδα, κάνοντας διεθνώς πολλές ομιλίες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

"Όλα αυτά με εξοικείωσαν πολύ με την Ελλάδα, με την ιστορία της, με τα προβλήματά της και κατόπιν, στη συνέχεια, ήταν ο Μπρούνο Κράισκι (ΣΣ ο ιστορικός καγκελάριος της Αυστρίας που ηγήθηκε της πρώτης αυτοδύναμης σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Αυστρία επί 13 χρόνια, 1970-1983), εκείνος που επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, θέτοντας στο επίκεντρο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, το πρόβλημα των Παλαιστινίων, το Διάλογο Βορρά-Νότου, την Οστπολιτίκ του Βίλι Μπραντ", αναφέρει ο Αυστριακός ομοσπονδιακός πρόεδρος.

«Οπως ήταν επίσης ο Μπρούνο Κράισκι, εκείνος ο οποίος προσκάλεσε τον Ανδρέα Παπανδρέου με τον οποίο είχαν τις πρώτες συνομιλίες τους, στις οποίες είχα συμμετάσχει προσωπικά στο πλευρό του Κράισκι, αποκομίζοντας πολύ βαθιές εντυπώσεις από αυτόν τον Έλληνα πολιτικό ηγέτη, τον οποίο στη συνέχεια είχα συχνά την ευκαιρία να συναντήσω σε διεθνείς συνόδους και πιστεύω πως του ήμουν συμπαθής και μάλιστα μου είχε χαρίσει ένα πολύ όμορφο κομπολόι που είχε πάντα μαζί του και που το φυλάω προσεκτικά μέχρι σήμερα».

«Στα χρόνια που ακολούθησαν είχα φυσικά επαφές με πολλούς Έλληνες πολιτικούς και τότε είχε παίξει ρόλο και το γεγονός ότι οι τελικές διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διεξήχθησαν σε μία εποχή που η Ελλάδα είχε την Προεδρία στην ΕΕ, στην οποία ανάγονται οι γνωριμίες μου με τον τότε υπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, αλλά και τον αναπληρωτή υπουργό Θεόδωρο Πάγκαλο, ενώ και η ίδια η ένταξη της Αυστρίας στην ΕΕ υπογράφηκε επίσημα στην Κέρκυρα. Υπάρχει δηλαδή μία σειρά σημείων επαφής με την Ελλάδα».

Για την αναδρομή που κάνει στην αποκλειστική συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στη Βιέννη ο Χάιντς Φίσερ, η επόμενη περίοδος είναι, όπως παρατηρεί, εκείνη μετά την πτώση του αποκαλούμενου «Σιδηρού Παραπετάσματος» στο τέλος της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ετίθετο το θέμα πώς θα συμπεριλαμβάνονταν στην Ευρωπαϊκή Ενοποίηση οι πρώην χώρες-μέλη του Ανατολικού Συνασπισμού, αλλά και οι επί μέρους δημοκρατίες στις οποίες διασπάστηκε η Γιουγκοσλαβία.

Και εδώ, όπως παρατηρεί, υπήρξαν Έλληνες πολιτικοί που συνέβαλαν σημαντικά στην αντιμετώπιση προβλημάτων στα Βαλκάνια, στον εκδημοκρατισμό και στον εκσυγχρονισμό των κρατών αυτών και ο ίδιος τότε και αργότερα, είχε νέα σημεία επαφής με την Ελλάδα, συναντώντας και συνομιλώντας με τους διαδόχους του Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, αλλά και με τους δικούς του ομολόγους, ως τότε πρόεδρος της αυστριακής Βουλής.

Αναφερόμενος στην υπενθύμιση από το ΑΠΕ-ΜΠΕ, των καλών εντυπώσεων που είχαν δημιουργηθεί στην Ελλάδα από την αυστριακή στάση απέναντι στην ελληνική οικονομική κρίση, ο Αυστριακός Πρόεδρος εκφράζει, όπως σημειώνει, φυσικά την ικανοποίησή του για το γεγονός και προσθέτει ότι γνωρίζει πως η στάση της Αυστρίας υπόκειται σε κάποιες διακυμάνσεις και πως υπήρξαν και διαφορετικές απόψεις.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αφενός η χώρα θεωρείται ως αφοσιωμένο μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης και για το λόγο αυτό η Αυστρία υποστήριξε την πολιτική της ΕΕ, έχοντας για τον λόγο αυτό σηκώσει και η ίδια βάρος.

Αφετέρου, στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού υπό σοσιαλδημοκρατική ηγεσία, υπήρχαν ανησυχίες ότι η επίσημη πολιτική της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα, ασκούσε μεγάλη πίεση για μία μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ενώ πλήττονταν εν μέρει η πραγματική ανάκαμψη της οικονομίας και η επενδυτική δραστηριότητα, και αυτή η φάση δεν ήταν και τόσο εύκολη για την Αυστρία.

«Οι εκάστοτε δικές μου απόψεις και οι τοποθετήσεις σφραγίζονταν πάντα από τη σκέψη ότι κανείς πρέπει κάπου να εφαρμόζει λιτότητα. Ωστόσο υπάρχουν και όρια, όπου η λιτότητα αφαιρεί τον αέρα για την αναπνοή ή τον εξαντλεί σε μεγάλο βαθμό και για αυτό προσπαθούσα πάντα να βρίσκω έναν δρόμο, ο οποίος συνδυάζει την ευρωπαική αλληλεγγύη με την κατανόηση για τα προβλήματα εντός της Ελλάδας».

«Πιστεύω πως η Ελλάδα έχει ξεπεράσει τα πιο δύσκολα, πως το κλίμα στην Ευρώπη για το θέμα της Ελλάδας έχει γίνει πολύ φιλικότερο, χαλαρότερο, θετικότερο και εύχομαι αυτή η διαδικασία να μπορεί να συνεχιστεί και πως θα υπάρξει επαρκής υπομονή και εξυπνάδα για να δοθεί στην Ελλάδα η δυνατότητα να σταθεί στα δικά της πόδια και να μπορεί να πει κανείς ότι η κρίση έχει κατά μέγα μέρος ξεπεραστεί».

Στην αποκλειστική συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Αυστριακός ομοσπονδιακός Πρόεδρος αναφέρεται ιδιαίτερα διεξοδικά στην προσφυγική κρίση, όπου, ως γνωστό, η Αυστρία υπήρξε επί μήνες χώρα διέλευσης και περίθαλψης για πάνω από 880.000 πρόσφυγες, έχοντας δεχθεί σχεδόν 90.000 αιτούντες άσυλο. Ωστόσο η κυβέρνηση της άλλαξε από τον περασμένο Ιανουάριο τη στάση της και προχωρώντας με άλλες χώρες στο κλείσιμο της λεγόμενης Διαδρομής των Βαλκανίων, δημιούργησε τα μεγάλα προβλήματα με την καθήλωση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα.

Όπως σχολιάζει ο ίδιος, «σίγουρα δεν υπάρχει μία απλή λύση στο ζήτημα και αυτό πρέπει να το γνωρίζει ο καθένας. Το πρόβλημα είναι πολύ μεγάλο, πολύ δύσκολο, αφορά την τύχη τόσο πολλών ανθρώπων, ώστε κάποιος, ο οποίος υπόσχεται απλές λύσεις δεν πατάει σε σταθερό έδαφος και για εμένα ισχύει πως η Αυστρία είναι εδώ και δεκαετίες μία χώρα, η οποία έχει επίσης υποδεχθεί πρόσφυγες και μετανάστες».

«Η Αυστρία έχει έναν αυξανόμενο πληθυσμό, τη στιγμή που υπάρχει σχετική υπογεννητικότητα, αλλά ταυτόχρονα μεγαλύτερη μετανάστευση, που θεωρείται κανονικότητα όταν προέρχεται από χώρες της ΕΕ και καταγράφεται μεγάλη από τη Γερμανία και από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ή τις ανατολικοευρωπαικές χώρες-μέλη της ΕΕ, κάτι στο οποίο η Αυστρία μπορεί να αντεπεξέλθει παρά το γεγονός ότι η ανεργία παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ανοδική τάση».

«Είναι χαρακτηριστικό πως το 2013 ο αριθμός των αιτήσεων χορήγησης ασύλου ανερχόταν σε 20.000, το 2014 ήταν 28.000 και το 2015 έφτασαν τις 88.000 και το γεγονός αυτό απαίτησε την καταβολή μεγάλων προσπαθειών, με την προσοχή της δημόσιας γνώμης να κατευθύνεται σε αυτό το θέμα και να δίνει στηρίγματα στις λαικιστικές, εθνικιστικές δυνάμεις».

«Η Αυστρία προσπάθησε μαζί με τη Γερμανία να καταστήσει δυνατή τη διέλευση προσφύγων και επίσης να δεχθεί και η ίδια αιτήσεις χορήγησης ασύλου και ως λύση του προβλήματος εξασφαλίστηκε, κυρίως από την πλευρά της γερμανικής κυβέρνησης και της Γερμανίδας καγκελαρίου, μία συμφωνία με την Τουρκία».

«Ωστόσο στην αυστριακή κυβέρνηση έχει ισχυροποιηθεί η άποψη πως αυτή η συμφωνία είναι μεν επιθυμητή, αλλά δεν αποτελεί μία επαρκή και σίγουρη βάση για να μπορέσει να συνεχιστεί η έως τώρα πολιτική στο άσυλο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να καθορίσει μία τιμή αναφοράς (ΣΣ ανώτατο όριο) που θα οδηγούσε σε μία τάση μείωσης του αριθμού των αιτήσεων για άσυλο για να εμποδίσει μία άνοδό τους, καθώς είναι γνωστό πως από όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ οι 24 από αυτές σε σχέση με τον πληθυσμό τους έχουν δεχθεί λιγότερους πρόσφυγες από ό,τι η Αυστρία, ούτε ένα 10 ο/ο από αυτό που η Αυστρία έχει δεχθεί σε σύγκριση με τον πληθυσμό της».

«Ο καθορισμός της τιμής αναφοράς προϋπέθετε πως θα υπάρχουν έλεγχοι στη Διαδρομή των Βαλκανίων, έλεγχοι οι οποίοι θα εξασφαλίζουν ότι με τον επιγραφή «αιτούντες άσυλο» δεν θα υπάρχει κάθε είδος μετανάστευσης και αυτό φυσικά δημιούργησε προβλήματα στην Ελλάδα και στην ΠΓΔΜ, και ο ίδιος θα προτιμούσα να είχε προσκληθεί η Ελλάδα σε αυτές τις διαβουλεύσεις, γι αυτό και εξεπλάγην που δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Πραγματοποίησα μία τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, στον οποία προσπάθησα να εξηγήσω κατά τον καλύτερο τρόπο την κατάσταση. Έκανα επίσης σχετική ομιλία στην Αυστριακή Εταιρεία Εξωτερικής Πολιτικής, όπως επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, όπου παρουσίασα τους αριθμούς».

«Υπάρχει, λοιπόν, συναίνεση πως η Αυστρία θα συνεχίσει να δέχεται αιτήσεις για τη χορήγηση ασύλου, αλλά θέλουμε να το κρατήσουμε σε ένα πλαίσιο ή σε μία διάσταση, που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές μας και δεν θα συμβάλει στο να είναι κλειστές οι πόρτες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και όσο σε περισσότερες χώρες οι πόρτες παραμένουν κλειστές να συγκεντρώνεται το βάρος στην Αυστρία, τη Γερμανία και τη Σουηδία. Αυτό είναι πολύ δύσκολο αλλά συνιστά αποτέλεσμα επιμελημένης εξέτασης και ο ίδιος είχα πρόσφατα μία συνομιλία με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά και αποκόμισα την εντύπωση πως μας κατανοεί και πως και εμείς κατανοούμε την Ελλάδα και αυτό μου φαίνεται πως είναι πάρα πολύ σημαντικό».

Ως προς τις εκτιμήσεις του για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Αυστριακός ομοσπονδιακός Πρόεδρος, στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει πως είναι «αρκετά σίγουρος ότι η Ευρώπη τα επόμενα 20 χρόνια θα έχει περισσότερα προβλήματα από όσα είχε τα προηγούμενα 20 χρόνια, καθώς αυτά ήταν χρόνια νέου ξεκινήματος μετά την πτώση του Σιδερού Παραπετάσματος, ήταν η εποχή της μεγάλης αισιοδοξίας, ήταν η εποχή που ο Φουκογιάμα προέβλεψε το τέλος της Ιστορίας και έπεσε έξω».

«Η Ευρώπη των επόμενων 20 χρόνων θα έχει μία πληθώρα από δύσκολες αποστολές, θα υπάρξουν άλλοι δείκτες ανάπτυξης, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά από ό,τι τα συνηθίσαμε στο παρελθόν, θα υπάρχουν εθνικές εντάσεις, η πίεση από περιοχές εκτός Ευρώπης μάλλον θα μεγαλώσει παρά θα μικρύνει και υπάρχουν μέρη στην Ευρώπη, όπου, όπως έδειξε το βρετανικό δημοψήφισμα, κυριαρχεί ένα αντιευρωπαϊκό κλίμα, το οποίο θα πρέπει να προσέξουμε, αλλά από την άλλη πλευρά εκτιμώ πως στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. Δεν υπάρχει κανένα καλύτερο κοινωνικό μοντέλο που θα μπορούσε να εισαχθεί από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, το ευρωπαϊκό μοντέλο έχει τη δύναμη του, εγκλείει μέσα του πολύ μεγάλη ιστορική πείρα και είναι ακριβώς στην Ευρώπη εκείνες οι δυνάμεις που αναφέρουν πως πρέπει να λύσουμε ειρηνικά τα προβλήματα. Παρά τις αναταράξεις αυτές, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντέξει στις προκλήσεις και πιστεύω ότι θα είναι δυσκολότερα, αλλά θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την πορεία μίας δημοκρατικής, πλουραλιστικής κοινωνίας, προσανατολισμένης στη συνεργασία».

Σχολιάζοντας τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Αυστρία, ο πρόεδρος Χάιντς Φίσερ τονίζει πως υπήρξε μία έκτακτη κατάσταση χωρίς προηγούμενο στο παρελθόν, την οποία ο ίδιος μπορεί να την εξηγήσει με το ό,τι παλιότερα η Αυστρία αποτελούσε μία δημοκρατία με τρία πολιτικά κόμματα.

Όταν ο ίδιος άρχισε για πρώτη φορά να εργάζεται στην αυστριακή Βουλή τη δεκαετία του 1960, τα δύο μεγάλα κόμματα, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Χριστιανοδημοκράτες (ΣΣ Λαικό Κόμμα), συγκέντρωναν το 93 ο/ο των έγκυρων ψήφων και η αντιπολίτευση το υπόλοιπο μόλις 7 ο/ο.

Τη δεκαετία του 1990 τα δύο μεγάλα κόμματα διέθεταν ακόμη μία σοβαρή πλειοψηφία δύο τρίτων, γιατί υπήρχαν στο μεταξύ φαινόμενα φθοράς τους, κριτική στην ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίησης, όπως και διάφορες άλλες αιτίες. Σήμερα τα δύο μεγάλα κόμματα διαθέτουν στη Βουλή ποσοστό 55 ο/ο των εδρών και η αντιπολίτευση το 45 ο/ο.

Όπως ο ίδιος σημειώνει, στις προεδρικές εκλογές υπήρξαν πέντε υποψήφιοι για το προεδρικό αξίωμα που μπορούσαν να ληφθούν σοβαρά υπόψη (ΣΣ ο έκτος ήταν ένας εκκεντρικός μεγαλοεργολάβος που μόνον θυμηδία προκαλεί στις εμφανίσεις του) και ο ισχυρότερος των υποψηφίων συγκέντρωσε στον πρώτο γύρο 35 ο/ο των ψήφων και οι άλλοι ένα 21 ο/ο, 19 ο/ο ή 11 ο/ο.

Αυτό έκανε απαραίτητο ένα δεύτερο γύρο εκλογών κατά τον οποίο βρέθηκαν αντιμέτωποι «κεντροαριστερά με κεντροδεξιά, ή σαφώς αριστερά με σαφώς δεξιά, ή κυβέρνηση έναντι αντιπολίτευσης, αλλά επίσης φιλοευρωπαϊκή πολιτική απέναντι σε αντιευρωπαϊκή πολιτική και αυτή η διάταξη διαίρεσε τη χώρα, διότι και το ένα ήμισυ και το άλλο ήμισυ διαθέτουν από ένα 50 ο/ο».

Όμως, σύμφωνα με τον Αυστριακό πρόεδρο, κανείς δεν επιτρέπεται να πιστέψει πως το 49,7 ο/ο είναι ακροδεξιοί, είναι αντιευρωπαϊκοί, ή πως 49,7 ο/ο είναι εναντίον μίας δημοκρατικής οικονομίας της αγοράς, ενώ και ο υποψήφιος των Πράσινων έχει πάρει πολλές σοσιαλδημοκρατικές ψήφους, έχει πάρει αστικές ψήφους, έχει ψήφους βιομηχάνων οι οποίοι υποστηρίζουν την Ευρώπη. Αλλά όλοι αυτοί στο σύνολό τους δεν ήταν παραπάνω από 50,3 ο/ο και άρα αυτό το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών δεν είναι αντιπροσωπευτικό για βουλευτικές εκλογές.

Ο ίδιος, ολοκληρώνοντας την αποκλειστική συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, κάνει μία σύντομη αναδρομή στα περισσότερα από 50 χρόνια που βρίσκεται στην πολιτική σκηνή της χώρας του, αναφέροντας αρχικά πως η πρώτη ημέρα επαγγελματικής δραστηριότητάς του στην πολιτική ήταν στις αρχές του 1962 σαν νομικός συνεργάτης και σύμβουλος της σοσιαλιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας.

«Πέρασαν σχεδόν 55 χρόνια, ήμουν πολύ νέος, πολύ στρατευμένος και με πολύ ενδιαφέρον και είναι δύσκολο να κάνει κάποιος απολογισμό για πάνω από πέντε δεκαετίες. Ωστόσο, το σπουδαιότερο μου φαίνεται πως είναι ότι η Αυστρία την περίοδο ανάμεσα στον Πρώτο και στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μία χώρα χωρίς προοπτική, ούτε πολιτικά, ούτε οικονομικά, ούτε και ψυχολογικά: Η μοναρχία είχε καταρρεύσει, η Γερμανία του Χίτλερ ήταν ένας πανίσχυρος γείτονας και η οικονομική κρίση είχε σπάσει το ηθικό του πληθυσμού και στο τέλος υπήρξε εμφύλιος πόλεμος το 1934 και κατάρρευση της Αυστρίας το 1938 με την προσάρτηση στο ναζιστικό Τρίτο Ράιχ.

Στην αποκλειστική συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στη Βιέννη, ο απερχόμενος ομοσπονδιακός πρόεδρος της Αυστρίας, Χάιντς Φίσερ, καταλήγει με το συμπέρασμα πως «κάτω από αυτές τις συνθήκες η Δεύτερη Αυστριακή Δημοκρατία μετά το 1945 είναι μία απολύτως «ιστορία επιτυχίας». Η Αυστρία εξελίχθηκε σε μία από τις σταθερότερες και οικονομικά πιο επιτυχημένες χώρες της Ευρώπης και ιδιαίτερα μεγάλη συμβολή σε αυτό ήταν εκείνη του Μπρούνο Κράισκι, ο οποίος το 1967 είχε εκλεγεί πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αυστρίας και το 1970 ομοσπονδιακός Καγκελάριος, δρομολογώντας μία πραγματική φάση μεταρρυθμίσεων, στις οποίες μπορούμε και στηριζόμαστε ακόμη και μέχρι σήμερα».

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο