«Η χώρα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία έχει ανάγκη από ένα σχέδιο που θα ξεπερνά την εμβέλεια ενός κόμματος αλλά και τη διάρκεια μιας κυβερνητικής θητείας», είπε, επισημαίνοντας την ανάγκη συναίνεσης και εθνικής συνεννόησης η αναπληρωτής υπουργός Παιδείας Φώφη Γεννηματά, κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την ανανέωση της ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. «Η Ελλάδα δεν θα γίνει η Σπιναλόγκα της Ευρώπης. Μπορεί όμως να γίνει ο καταλύτης για τις εξελίξεις που απαιτούν οι λαοί της Ευρώπης», ανέφερε η κα Γεννηματά σημειώνοντας ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι μέρος ευρωπαϊκού προβλήματος και γι αυτό οι λύσεις είναι κυρίως υπόθεση της ευρωπαϊκής βούλησης, που πρέπει να κατανοήσουν τα όρια αντοχής της ελληνικής κοινωνίας.

«Η προσπάθεια της ανασυγκρότησης πρέπει να είναι εθνική γιατί δε μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς τους πολίτες αυτής της χώρας», είπε η αναπληρωτής υπουργός, επισημαίνοντας ότι «τα τελευταία 24ωρα αναγνωρίζεται η προσπάθεια και η θυσία του ελληνικού λαού».

Αναφερόμενη στις συγκεντρώσεις των πολιτών, των "αγανακτισμένων", η κα Γεννηματά ανέφερε ότι «στέλνουν και αυτές το δικό τους μήνυμα στους ευρωπαίους εταίρους. Είναι άλλο πράγμα όμως αυτό και άλλο η απαξίωση των πολιτικών, της πολιτικής και του κοινοβουλίου».

Για τη στάση της ΝΔ, η αναπληρωτής υπουργός τόνισε ότι «η κυβέρνηση δεν φυγομαχεί» γιατί «όταν η ΝΔ εγκατέλειπε το καράβι η σημερινή κυβέρνηση ήταν εκεί και συνεχίζει να σηκώνουμε αυτόν τον σταυρό».

Παράλληλα αναφέρθηκε προσωπικά στον πρόεδρο της ΝΔ λέγοντας ότι «ο κ. Σαμαράς ήταν μέλος της κυβέρνησης της ΝΔ. Επέλεξε τότε το δρόμο της σιωπής, της ανοχής και επομένως της συνευθύνης, αλλά σήμερα ακόμη στο πρόσφατο ταξίδι του αντιμετώπισε και τις αντιδράσεις του ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος» και σημείωσε πως «το ελάχιστο που έχει να κάνει η ΝΔ είναι να συναινέσει στις προσπάθειες που κάνουν η κυβέρνηση και όλη η Ευρώπη για να σωθεί η οικονομία μας».

Για τον τομέα ευθύνης της, η κα Γεννηματά αναφέρθηκε στις μεταρρυθμίσεις που προωθούνται όπως η Ζώνη Εκπαιδευτικής Δραστηριότητας, η οποία ξεκινά πιλοτικά σε πέντε περιοχές στην Αττική με έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Στο πλαίσιο αυτό 55.000 πολίτες θα έχουν κουπόνι για αρχική επαγγελματική κατάρτιση, με βάση οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. Περισσότεροι από 200.000 θα έχουν πρόσβαση σε εκπαιδευτικά προγράμματα στους Δήμους, ενώ 17.000 απόφοιτοι ΑΕΙ θα μπορούν να επιμορφωθούν και να συμπληρώσουν τις δεξιότητες τους. Η αναπληρωτής υπουργός Παιδείας αναφέρθηκε στη δημιουργία 58 σχολείων δεύτερης ευκαιρίας, προσθέτοντας ότι 123.000 θα είναι οι εκπαιδευόμενοι με τα προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, ενώ με το πρόγραμμα εισιτήριο στην απασχόληση θα επιδιωχθεί η ένταξη νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας με την υλοποίηση πρακτικής άσκησης μέσα στις επιχειρήσεις.