Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πολιτικός «βαρέων βαρών» του σοσιαλιστικού κόμματος και ως υπουργός Οικονομικών είναι υπεύθυνος να πείσει την Ελλάδα, την Ευρώπη και τους επιφυλακτικούς επενδυτές ότι η Αθήνα είναι ικανή να αλλάξει την ελληνική οικονομία και να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις.
Αυτό αναφέρει σε ανταπόκρισή από το Λονδίνο η New York Times, σημειώνοντας παράλληλα ότι, χωρίς ανάπτυξη και με χρέος 150% του ΑΕΠ ένα τέτοιο έργο ίσως είναι πάρα πολύ για ένα άτομο, ανεξαρτήτως των πολιτικών του ικανοτήτων.

Όπως τονίζεται, ο κ. Βενιζέλος μιλώντας στο Κοινοβούλιο την Τρίτη έκανε ένα "πολύ σημαντικό βήμα" όταν υποσχέθηκε δομικές αλλαγές και ευρεία καταστολή της φοροδιαφυγής, αλλά πρέπει να πείσει το Κοινοβούλιο και την επόμενη εβδομάδα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, για τη ψήφιση του νέου οικονομικού πακέτου της κυβέρνησης που επικεντρώνεται κυρίως στις ιδιωτικοποιήσεις ύψους 50 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, πρέπει να καταφέρει κάτι που κανείς άλλος πολιτικός δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα, να πείσει δηλαδή τους Έλληνες να πληρώνουν τους φόρους τους και τα συνδικάτα του δημοσίου φορέα για τη ανάγκη συρρίκνωσης του κράτους, όπως σημειώνεται στη νεοϋορκέζικη εφημερίδα.

Καταγράφοντας την πολιτική διαδρομή του Ευάγγελου Βενιζέλου, γίνεται αναφορά στις προηγούμενες υπουργικές θέσεις που κατείχε, ως υπουργός Άμυνας, Πολιτισμού, Δικαιοσύνης και Μεταφορών, καθώς και στη εσωτερική αναμέτρηση με το Γιώργο Παπανδρέου το 2007 για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, στη φήμη που κέρδισε ως δικηγόρος το 1989 όταν αντιμετώπισε με επιτυχία τις κατηγορίες περί διαφθοράς εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου, επισημαίνοντας ότι τότε του προτάθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου να μπει στην πολιτική και υπήρξε ένας από τους στενότερους συμβούλους του.

Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται επίσης ότι ο κ. Βενιζέλος, κατά την πρώτη του συνάντηση με τους Ευρωπαίους ομολόγους του στο Λουξεμβούργο, υποτίμησε την ενόχληση που υπήρχε μεταξύ των συναδέλφων του σχετικά με την αποτυχία της Ελλάδας να ανταποκριθεί σε ορισμένες από τις προηγούμενες δεσμεύσεις της.

Ενώ όταν επιχείρησε, όπως τονίζεται, να εξηγήσει τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, θεωρήθηκε από πολλούς ως προσπάθεια επανέναρξης συνομιλιών για το πακέτο λιτότητας που έχει ήδη συμφωνηθεί.