Koυμουτσάκος: Περάσαμε από την εποχή των προσθέσεων στην εποχή των αφαιρέσεων

Koυμουτσάκος: Περάσαμε από την εποχή των προσθέσεων στην εποχή των αφαιρέσεων

«Μετά την απόφαση των Bρετανών να φύγουν από την οικογένεια κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για την αρχή του τέλους της ενωμένης Ευρώπης… Θα τους διαψεύσουμε ή θα τους επιβεβαιώσουμε;» διερωτήθηκε σε ομιλία του ο εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ, Γιώργος Κουμουτσάκος.

Ο κ. Κουμουτσάκος σε εκδήλωση με θέμα «Ευρώπη: κίνδυνοι και προκλήσεις» μίλησε για την επόμενη ημέρα μετά το «αντίο» της Βρετανίας στην Ευρώπη, κάνοντας λόγο για μια πρωτόγνωρη κατάσταση επισημαίνοντας ότι: «Σήμερα αντιμετωπίζουμε το BREXIT μιλώντας για 28-1.Κανείς όμως δεν μπορεί να πει ότι στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί πλέον στην Ευρώπη, αύριο, ή μεθαύριο, δεν θα μιλάμε για 28-2 ή 28-3 κοκ.»

Μάλιστα ο εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ, δήλωσε ότι  αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη πρόκληση μετά το “Brexit”«Πολλά θα εξαρτηθούν σε πρώτο - ιδιαίτερα κρίσιμο - στάδιο, από τη διαπραγμάτευση των όρων του διαζυγίου Μεγάλης Βρετανίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιας διαδικασίας που θα ξεκινήσει τον Μάρτιο του 2017 με την επίσημη ενεργοποίηση του Άρθρου 50 της Συνθήκης.»

Σε ότι αφορά την Τουρκία και την σχέση της με την Ευρώπη ο κ. Κουμουτσάκος υποστήριξε : «Η Γαλλία και η Γερμανία, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία έχουν ταχθεί ιδιαίτερα επιφυλακτικά, εάν όχι αρνητικά, απέναντι στο ενδεχόμενο της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε..» και πρόσθεσε: «Η απουσία λοιπόν της Βρετανίας, σταθερού υποστηρικτή της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., απομακρύνει ακόμα περισσότερο αυτήν την προοπτική.»

Τέλος, ο κ Κουμουτσάκος έθιξε ότι η απομάκρυνση της Βρετανίας από τον πυρήνα της Ε.Ε. σε πολιτικό επίπεδο, δημιουργεί ένα σημαντικό κενό. «Το κενό θα πρέπει να καλυφθεί. Η Γερμανία αυτή τη στιγμή είναι η δύναμη που φαίνεται να ενισχύει το πολιτικό της βάρος, εξ αιτίας του Brexit. Αλλά από την ιστορία ξέρουμε ότι η πορεία των πραγμάτων δεν είναι προβλέψιμα γραμμική.»

Ολόκληρη η ομιλία του Γιώργου Κουμουτσάκου:

Μέχρι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μεγάλωνε.

H ευρωπαϊκή πορεία ήταν μια ιστορία διευρύνσεων, μια ιστορία προσθέσεων.

Είναι η πρώτη φορά μετά από 60 χρόνια που η ενωμένη Ευρώπη μικραίνει.

Περάσαμε από την εποχή των προσθέσεων στην εποχή των αφαιρέσεων. Και κινδυνεύουμε, εάν δεν προσέξουμε, να περάσουμε στην εποχή των «ενδοοικογενειακών» αντιπαραθέσεων.

Σήμερα αντιμετωπίζουμε το BREXIT μιλώντας για 28-1.

Κανείς όμως δεν μπορεί να πει ότι στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί πλέον στην Ευρώπη, αύριο, ή μεθαύριο, δεν θα μιλάμε για 28-2 ή 28-3 κοκ.

Πρόκειται για πρωτόγνωρη κατάσταση.

Και για αυτό δεν μπορούν να διατυπωθούν ασφαλείς προβλέψεις. Μπορούν όμως να διατυπωθούν προβληματισμοί.

Να τεθούν ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν.

Μετά την απόφαση των βρετανών να φύγουν από την οικογένεια κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για την αρχή του τέλους της ενωμένης Ευρώπης.

Θα τους διαψεύσουμε ή θα τους επιβεβαιώσουμε;

Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη πρόκληση μετά το “Brexit”.

Πολλά θα εξαρτηθούν σε πρώτο - ιδιαίτερα κρίσιμο - στάδιο, από τη διαπραγμάτευση των όρων του διαζυγίου Μεγάλης Βρετανίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιας διαδικασίας που θα ξεκινήσει τον Μάρτιο του 2017 με την επίσημη ενεργοποίηση του Άρθρου 50 της Συνθήκης.

Δυο είναι τα βασικά ζητήματα: ο χρόνος και το περιεχόμενο.

Ως προς τον χρόνο:

Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μακρά. Προβλέπεται μια διαπραγμάτευση διάρκειας δύο ετών. Είναι ήδη μια μακρά διαδικασία. Επιπλέον παράταση και αβεβαιότητα θα έχει πολλές αρνητικές συνέπειες κα για την Αγγλία και για την Ευρώπη.

Εμείς βεβαίως, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, να προβληματιζόμαστε κυρίως για τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η διαδικασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το δεύτερο ζήτημα είναι το περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας. Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύ πιο πολύπλοκα.

Θα έχουμε μια συμφωνία που θα ικανοποιεί τις επιθυμίες της Μεγάλης Βρετανίας;

Όμως τι θέλει στην ουσία η Μεγάλη Βρετανία; Δεν θέλει το γάμο. Δεν θέλει ούτε και ένα απόλυτο διαζύγιο. Φαίνεται να θέλει μια ελεύθερη σχέση, που κυρίως θα ικανοποιούσε την ίδια.

Τι θα σημαίνει όμως κάτι τέτοιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Γιατί και άλλα κράτη-μέλη να μην αναζητήσουν την ελευθεριότητα μιας «χαλαρής σχέσης» σε αντίθεση με τους συμβιβασμούς που επιβάλει η «πληκτική συμβίωση» με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών;

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ουγγαρία, στη Φιλανδία, στην Αυστρία ακόμα και στην Ιταλία ο λαϊκισμός του ευρωσκεπτικισμού και του ευρωαρνητισμού καραδοκεί.

Μήπως λοιπόν, μια ικανοποιητική για τη Μεγάλη Βρετανία συμφωνία διαζυγίου θα μπορούσε να είναι πράγματι η αρχή του τέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ είπε προ ημερών ότι το Λονδίνο θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε ένα σκληρό BREXIT και ένα μη BREXIT.

Γιατί το λέει αυτό; Διότι ακριβώς ανησυχεί ότι ένα ενδεχόμενο «ήπιο Brexit» θα λειτουργήσει ως ένα θελκτικό προηγούμενο και για άλλα κράτη μέλη.

Από την άλλη πλευρά όμως, η Ε.Ε. δεν πρέπει ούτε να είναι, ούτε και να εμφανίζεται ως «τιμωρός», ακόμα και εκείνου που την αρνείται.

Οι πολίτες δεν πρέπει να αισθανόμαστε ότι μένουμε στην Ένωση διότι φοβόμαστε τις επιπτώσεις, αλλά διότι επιθυμούμε την κοινή πορεία.

Δεν μπορούμε να αισθανόμαστε ότι μένουμε από φόβο στο σπίτι μας, την Ευρώπη.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο φόβος έχει οδηγήσει τις κοινωνίες στα άκρα. Και σήμερα ζούμε μια περίοδο που οι κοινωνίες μας έχουν αρχίσει να στρέφονται προς τα άκρα. Το χρέος μας λοιπόν είναι να αντιμετωπίσουμε εκείνους τους παράγοντες που οδηγούν στα άκρα, όχι να τους ενισχύσουμε.

Άρα προέχει η συμφωνία εξόδου της Βρετανία να είναι δίκαιη και εφαρμόσιμη.

Για παράδειγμα, είναι προφανές ότι η πλήρης πρόσβαση προσώπων στην κοινή αγορά συνδέεται με την πλήρη αποδοχή της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων. Όμως βλέπουμε ότι δεν είναι αυτονόητο και στις δύο πλευρές.

Ελπίζω λοιπόν να κυριαρχήσουν οι μετριοπαθείς και λογικές φωνές του ρεαλισμού στη Βρετανία. Καθώς ο χρόνο περνά, φαίνεται ότι το ετερόκλητο στρατόπεδο του Brexit –τουλάχιστον στην αρχή- δεν είχε κανένα σχέδιο. Είχε μόνο μια ασαφή ιδέα. Έναν πολιτικό βολονταρισμό.

Είναι αλήθεια ότι η Πρωθυπουργός Μέι καταβάλει σοβαρές προσπάθειες ώστε η όλη διαδικασία να κυλήσει με τις λιγότερες δυνατές αναταράξεις.

Ένα είναι βέβαιο: Με την πάροδο του χρόνου γίνεται σαφές ότι το Brexit θα έχει ευρύτερες συνέπειες:

Διεύρυνση

Ξεκινώ από την πολιτική διεύρυνσης.

Η Ε.Ε. λειτουργούσε ως σταθεροποιητική δύναμη ακριβώς μέσω των διευρύνσεων. Με τη λογική του καρότου της ένταξης και του ραβδιού των πολιτικών εκδημοκρατισμού και των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων. Η πολιτική διευρύνσεων ήταν το βασικότερο και το αποδοτικότερο εργαλείο της Εξωτερικής πολιτικής. Πόσο αποδοτικό μπορεί να είναι πλέον; Η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας που ήταν ένθερμος υποστηρικτής των διευρύνσεων, δεν θα είναι ένα πρόσθετο πλήγμα σε αυτή την πολιτική;

Με δεδομένο ότι ήδη η διεύρυνση είχε χάσει τη δυναμική της, πως μπορεί τώρα να επιβιώσει. Σίγουρα πάντως δεν μπορεί στο εγγύς μέλλον να αναπτυχθεί.

Για την Τουρκία

Εδώ θα αναφερθώ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα: τις ευρωτουρκικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.

Η Γαλλία και η Γερμανία, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία έχουν ταχθεί ιδιαίτερα επιφυλακτικά, εάν όχι αρνητικά, απέναντι στο ενδεχόμενο της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε..

Η απουσία λοιπόν της Βρετανίας, σταθερού υποστηρικτή της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., απομακρύνει ακόμα περισσότερο αυτήν την προοπτική.

Πόσο θα επηρεάσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αυτή η εξέλιξη; Θα είναι ένα σημαντικό ζήτημα που θα κληθεί να προσεγγίσει η ελληνική διπλωματία.

Θυμίζω ότι από το 1999 βασική πολιτική της Ελλάδας είναι η υποστήριξη της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας για δύο λόγους:

1. Να καταστούν τα ελληνοτουρκικά ζητήματα, ευρωτουρκικά

2. Να έχουμε απέναντί μας, να συνομιλούμε με μια όλο και πιο ευρωπαϊκή Τουρκία.

Πόσο ισχύουν ή θα ισχύσουν το αμέσως επόμενο διάστημα αυτές οι βασικές παραδοχές; Είναι βέβαιο ότι απαιτείται μια προσαρμογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα νέα δεδομένα.

Πιστεύω ότι και υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αξιολογήσουμε τις πρόσφατες - αναθεωρητικές και «οθωμανικής λογικής» δηλώσεις του κ.Ερντογαν. Οφείλουμε να παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις. Όχι μόνο εμείς. Πρέπει να τις παρακολουθούν όλα τα κράτη της περιοχής, η Ε.Ε., το ΝΑΤΟ και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας καθώς αυτή η λογική των δηλώσεων Ερντογάν δεν πλήττουν μόνο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αμφισβητούν το ισχύον καθεστώς σε ολόκληρη την περιοχή με αρνητικές επιπτώσεις για τη σταθερότητα και την ασφάλεια.

Επιστρέφω όμως στο θέμα του Brexit και τις πιθανές συνέπειές του για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια.

Η Μεγάλη Βρετανία ήταν ανέκαθεν κράτος κομβικής σημασίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Τόσο για την ποιότητα και το εύρος των επιχειρησιακών της δυνατοτήτων, όσο και για ρόλο της ως «αρμού» των ευρωατλαντικών σχέσεων, εξαιτίας της ειδικής προνομιακής σχέσης που διαχρονικά έχει με τις ΗΠΑ.

Πως θα επηρεάσει το σύστημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας η αποχώρηση της από την Ε.Ε.;

Στο σημείο αυτό εκφράζονται δύο βασικές απόψεις:

1. Ότι η απουσία της φιλονατοϊκής Μ.Βρετανίας θα απελευθερώσει τις δυνάμεις εκείνες – κυρίως στο Παρίσι και το Βερολίνο- που πάντα επιδίωκαν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας, διακριτής αλλά όχι αποκομμένης από το ΝΑΤΟ.

2. Είναι η ακριβώς αντίθετη: ότι ακριβώς ο κίνδυνος απομάκρυνσης της Ευρώπης από το ΝΑΤΟ λόγω της αποχώρησης της Μ.Βρετανία θα σπρώξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια ακόμα πιο κοντά στο ΝΑΤΟ.

Τείνω να πιστεύω ότι περισσότερες πιθανότητες έχει να συμβεί το δεύτερο. Το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας έχει επιβαρυνθεί και έχει γίνει ιδιαίτερα πολύπλοκο. Επομένως, η στενή συνεργασία με τη Βρετανία είναι πάντα αναγκαία, λόγω της προστιθέμενης αξίας που η χώρα αυτή προσφέρει στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.

Παρόλα αυτά, μετά από ένα Brexit η Γαλλία εκ των πραγμάτων θα αναλάβει έναν αναβαθμισμένο ρόλο και βέβαια θα χρειαστεί περαιτέρω ενίσχυση του άξονα Βερολίνου - Παρισιού στα θέματα ασφάλειας.

Στο άλλο μεγάλο γεωστρατηγικό ζήτημα, τις σχέσεις με τη Ρωσία

Πόσο θα επηρεάσει η έξοδος της Βρετανίας την κοινή ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη Μόσχα; Πρώτο παράδειγμα είναι η συνέχιση των κυρώσεων. Πολλές χώρες έχουν εκφράσει ανοικτά επιφυλάξεις. Χωρίς την παρουσία της Βρετανίας πόσο σθεναρή θα είναι υπεράσπιση των κυρώσεων;

Δεν είναι λοιπόν απίθανο να δούμε τις ευρωρωσικές σχέσεις να λαμβάνουν μια άλλη μορφή. Να αποκτούν προοπτικά μια άλλη ποιότητα, καθώς θα απουσιάσει η πάντα συγκρατημένη - έναντι Μόσχας - Βρετανία.

Η Βρετανική αποχώρηση από την Ε.Ε. θα γίνει επίσης αισθητή και σε τεχνικό επίπεδο. Η απουσία των έμπειρων βρετανών διπλωματών από την Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, θα είναι αισθητή από αυτόν τον μοχλό σχεδιασμού και εφαρμογής της Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.

Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, το γεγονός ότι μια μεγάλη δύναμη απομακρύνεται από τον πυρήνα της Ε.Ε. δημιουργεί ένα σημαντικό κενό. Και το κενό θα πρέπει να καλυφθεί. Η Γερμανία αυτή τη στιγμή είναι η δύναμη που φαίνεται να ενισχύει το πολιτικό της βάρος, εξ αιτίας του Brexit. Αλλά από την ιστορία ξέρουμε ότι η πορεία των πραγμάτων δεν είναι προβλέψιμα γραμμική.

Κυρίες και κύριοι

Κλείνοντας και συνοψίζοντας.

Το Brexit αλλάζει πολλά δεδομένα στην Ευρώπη. Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο μεγάλης ρευστότητας, γεγονός που κάνει ακόμα πιο ασαφείς τις επιπτώσεις.

Μπορούμε να τις ψηλαφίσουμε αυτή τη στιγμή, αλλά όχι να έχουμε μια πλήρη εικόνα τους.

Μπορούμε να δούμε την τάση δημιουργίας νέων δυναμικών και νέων ισορροπιών.

Ισορροπιών που προσδοκώ να διασφαλίσουν αυτό που κατά τη γνώμη μου είναι το μεγάλο ζητούμενο: Να διατηρήσουμε την Ευρώπη ενωμένη και να μην οδηγηθούμε στον κατακερματισμό. Να μην περάσουμε από την Ευρώπη των εθνών στην Ευρώπη των εθνών-κρατών και των σκληρών εθνικών αντιπαραθέσεων. Οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα για να μην επιστρέψουμε στη «σκοτεινή ήπειρο» για τον οποία έγραψε ο κορυφαίος Βρετανός ιστορικός Μαζάουερ.

 

 

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο