Διαφοροποίηση Βενιζέλου από τη Φώφη: Να εξηγήσουμε ποια κυβέρνηση θέλουμε

Διαφοροποίηση Βενιζέλου από τη Φώφη: Να εξηγήσουμε ποια κυβέρνηση θέλουμε

Την αντίθεση του απέναντι στις θέσεις της προέδρου της Φώφης Γεννηματά, εξέφρασε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, καλώντας τη Δημοκρατική Συμπαράταξη να μην «θολώνει» το μήνυμα που εκπέμπει, ζητώντας να γίνεται ξεκάθαρο στις τοποθετήσεις ότι χρειάζονται εκλογές και νέα Βουλή, για να υπάρξει πολιτική λύση για τη χώρα.

Μιλώντας στην κοινή συνεδρίαση των Κεντρικών Πολιτικών Επιτροπών ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία, ο κ. Βενιζέλος σημείωσε ότι η λύση δεν είναι μία «ανιστόρητη» αυτοδυναμία της ΝΔ, η οποία έχει σοβαρές ευθύνες για την πορεία της χώρας, κυρίως κατά την περίοδο διακυβέρνησής της, 2004-2009, ωστόσο δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική λύση από την υπάρχουσα Βουλή, με σχετική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ και απόλυτη πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.

Η ομιλία του κ. Ευ. Βενιζέλου:

Φίλες και Φίλοι,

διάβασα με πολύ μεγάλη προσοχή το κείμενο του Συντονιστικού Οργάνου των τριών φορέων που συγκροτούν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, το κείμενο της 4ης Οκτωβρίου του  2016, με το πολιτικό μέρος του οποίου, όπως είναι γενικά διατυπωμένο, συμφωνώ και άκουσα με προσοχή τις τρεις ομιλίες σήμερα,

Έχω την εντύπωση ότι,  παρ ΄ό,τι όλα όσα λέμε είναι σωστά, οι διατυπώσεις μας δεν ολοκληρώνονται και καμιά φορά το μήνυμά μας θολώνει.

Γι΄αυτό, χωρίς να αποκλίνω από το συμφωνημένο πλαίσιο μεταξύ του ΠΑΣΟΚ, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και των  Κινήσεως Πολιτών, θα ήθελα  μέσα σε δέκα, όσο γίνεται, πιο σύντομες παραγράφους να διατυπώσω το πολιτικό μας πρόταγμα, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι μέσα από την εμπειρία μου και μέσα από την όποια κατανόηση έχω των ευρωπαϊκών και διεθνών συσχετισμών .

Πρώτη παρατήρηση: Η παρουσία της σημερινής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ  συνιστά κορυφαία αντένδειξη για την ανάπτυξη  και την ανάκαμψη της οικονομίας και την έξοδο από την κρίση. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι κοινωνικό και πολιτικό. Είναι η αδυναμία της κοινωνίας να συμφιλιωθεί με την αλήθεια, η αδυναμία της κοινωνίας να υιοθετήσει ένα καθαρό μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Και βεβαίως το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας είναι η ύπαρξη μιας κυβέρνησης που δεν την αφήνει να αναπνεύσει. Δεν υπάρχει, δυστυχώς, θετικό και αισιόδοξο σενάριο για την οικονομία, παρά τις προβλέψεις των εταίρων μας και των διεθνών οργανισμών για ανάπτυξη το 2017 και το 2018.  Ένας θετικός ρυθμός ανάπτυξης χωρίς όλες τις άλλες προϋποθέσεις που αφορούν την πραγματική οικονομία, το τραπεζικό σύστημα, τη δυνατότητά του να λειτουργήσει φυσιολογικά, δεχόμενο καταθέσεις και χορηγώντας δάνεια, δεν σημαίνει πολλά πράγματα.

 

Το δεύτερο σημείο: Η χώρα βαδίζει πλησίστια σε ένα μνημόνιο 3 plus που είναι η συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο τρίτο  μνημόνιο. Γιατί το τρίτο μνημόνιο ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Το υπεσχημένο δάνειο των 85 δις ποτέ δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο δεύτερος δανειστής, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο,  ουδέποτε υπέγραψε τη δική του δανειακή σύμβαση και δεν έχει συνάψει,  έως τώρα,  το δικό του τρίτο μνημόνιο, άρα η χώρα πορεύεται προς το μνημόνιο 3 plus με πρόσθετους όρους εκπορευόμενους από το ΔΝΤ. Και στη συνέχεια, μετά το τέλος του προγράμματος αυτού, το δεύτερο εξάμηνο δηλαδή του 2018, πορεύεται, δυστυχώς, αναπόφευκτα, σε ένα ιδιόρρυθμο 4ο μνημόνιο με αντάλλαγμα τις μακροπρόθεσμες παραμετρικές αλλαγές στο χρέος, που είχαν συμφωνηθεί, ήδη, από το 2012. Αυτό, δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει και 4ο δάνειο. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Γιατί εάν δεν υπάρξει 4ο δάνειο, θα πρέπει να αρκεστούμε στις μικρές συμπληρωματικές αλλαγές στο χρέος και να διασφαλίσουμε την επάνοδο στις αγορές, με υψηλά επιτόκια, όσο μας επιτρέπεται να αφομοιώνουμε υψηλά επιτόκια για νέα δάνεια, τα οποία ως μέσος όρος διατηρούνται χαμηλά λόγω του υπέρμετρα φιλικού επιτοκίου που έχουν τα δάνεια της Ευρωζώνης προς την Ελλάδα. Όμως όλα αυτά που θα γίνουν ως προς το χρέος, δεν είναι παρά μερική επανόρθωση, μερική, μερικότατη επανόρθωση, της βλάβης που έχει συντελεστεί το 2015-2016. Η επίπτωση στη δυναμική του χρέους, η επίπτωση των επιλογών του ελληνικού λαού, δυστυχώς, η επίπτωση των χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου είναι τραγική. Ανετράπησαν  οι ισορροπίες και οι προοπτικές. Όχι για το 2022, αλλά για το 2060. Έπαιξαν με τις τύχες του έθνους και με τις τύχες πολλών επόμενων γενεών.

Σημειώστε μια διαπίστωσή μου και κρατήστε την. Και παρακαλώ, όσους μας ακούν έξω από την αίθουσα αυτή, να την κρατήσουν. Οι παραμετρικές αλλαγές στο χρέος, όταν ολοκληρωθούν με τις βραχυπρόθεσμες, τις μεσοπρόθεσμες (μετά το τέλος του προγράμματος) και τις μακροπρόθεσμες που θα συνοδεύονται από ένα ad infinitum μνημόνιο με όρους για το χρέος, όλες μαζί, θα έχουν επίπτωση στο χρέος σε πραγματική αξία, σε παρούσα αξία, μικρότερη από το 10% της παρέμβασης του 2012. Και αυτό το πολύ 10% της παρέμβασης του 2012, θα είναι, όπως είπα προηγουμένως, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, μικρή και μερική επανόρθωση της βλάβης που προκάλεσε στην οικονομία και στο εθνικό συμφέρον ο ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Το πραγματικό περιεχόμενο της συμμετοχής μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι, δυστυχώς, πολύ μικρό για το Δημόσιο. Μπορεί να είναι πολύ πιο ενδιαφέρον για μεγάλες  εταιρείες οι οποίες μπορούν και αυτές να ενταχθούν στο πρόγραμμα. Αλλά, ούτως ή άλλως, αυτό θα υποκαθιστά το χαρτοφυλάκιο ελληνικών ομολόγων που έχει, εδώ και χρόνια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και για τα οποία μας είχε προσφέρει τα κέρδη της από τον Νοέμβριο του 2012. Όχι μόνο τα κέρδη τα δικά της αλλά και τα κέρδη των υπολοίπων κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος.  Δηλαδή όλων των κεντρικών τραπεζών όλων των κρατών – μελών της Ευρωζώνης. Η δε μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι δικό μας αίτημα που έχει διατυπωθεί – θα με έχετε ακούσει κατ΄επανάληψη να το λέω  ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ως Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών  από το 2013 – γιατί, πράγματι,  είναι εφικτό.

Και θέλω, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, να σας πω ποια είναι η συγκλονιστική μεταβολή που έχει συντελεστεί ως προς το πρωτογενές πλεόνασμα χάρη στη δική μας μεγάλη παρέμβαση που έγινε το 2012,μέχρι το 2015. Όταν ξεκίνησε η ιστορία του πρωτογενούς πλεονάσματος, το πρωτογενές πλεόνασμα ήταν μια μαθηματική έννοια που αφορούσε την ονομαστική τιμή του χρέους το 2020, το 2040, το 2060.  Έπρεπε να λύσουμε μία εξίσωση και για να λυθεί η εξίσωση έπρεπε να υπάρχει αξιοπρεπής ρυθμός ανάπτυξης και μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα. Τώρα που όλοι κατάλαβαν πόσο μεγάλη ήταν η επέμβαση στο χρέος σε όρους παρούσας αξίας λόγω μεγάλης διάρκειας, λόγω μικρού επιτοκίου,  λόγω περιόδου χάριτος, τώρα που υπολογίζουν τις μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες για το χρέος, το κόστος εξυπηρέτησης και  όχι την ονοματική του τιμή, τώρα το πρωτογενές πλεόνασμα είναι πραγματικό χρήμα που υπολογίζεται μαζί με το δάνειο που μας δίνουν και τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις. Δίπλα σε αυτά υπάρχει και το πρωτογενές πλεόνασμα. Άρα μέχρι το 2018 χρειαζόμασταν 95 δις, 85 δις το δάνειο, τα υπόλοιπα από τις ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενές πλεόνασμα. Βεβαίως και μπορείς να μειώσεις το πρωτογενές πλεόνασμα λέγοντας ότι θα βρω τα χρήματα από έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις και κυρίως μέσα από την επιστροφή στην αγορά. Όχι από νέο δάνειο των εταίρων με ευνοϊκό επιτόκιο,  αλλά έστω από την αγορά με υψηλότερο επιτόκιο αλλά με την ελευθερία της πρόσβασης στην αγορά.  Αντιλαμβάνεστε πόσο μεγάλη είναι η αλλαγή και πόσο εύκολη θα ήταν για μας η διαπραγμάτευση για τη μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Θα μπορούσαμε να το έχουμε πετύχει από τον Φεβρουάριο του 2015 με την ένταξη στην προληπτική πιστωτική γραμμή. Γιαυτό λέγαμε ότι ο στόχος ήταν εφικτός. Αυτό τον στόχο κατέστρεψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και βεβαίως αυτή  την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ  απεδέχθη δυστυχώς η ελληνική κοινωνία.

Τρίτο σημείο. Πολιτική λύση από την παρούσα Βουλή στην οποία καταγράφεται  σχετική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ και απόλυτη πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν υπάρχει. Μιλάμε συνεχώς για μια πολιτική λύση, για αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών. Ας πούμε καθαρά ότι αυτό προϋποθέτει άλλη Βουλή. Αυτό προϋποθέτει εκλογές. Χωρίς εκλογές και χωρίς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει αλλαγή συσχετισμών.Οφείλουμε να το πούμε καθαρά.

Βεβαίως δεν μπορούμε να ματαιοπονούμε λέγοντας "εκλογές, εκλογές, εκλογές".  Αλλά μπορούμε να πούμε ότι αν ο κ. Τσίπρας έχει στοιχειώδη συνείδηση εθνικής ευθύνης θα πρέπει να πάει το ταχύτερο δυνατό σε εκλογές.  Αν έχει μια διορατικότητα για το μέλλον της παράταξής του θα έπρεπε να πάει το ταχύτερο σε εκλογές. Άλλωστε, η πρότασή του που απορρίψαμε για άμεση υιοθέτηση της απλής αναλογικής ήταν πανηγυρική ομολογία πολιτικής ήττας.

Τέταρτο σημείο. Όλα αυτά συμβαίνουν με τεράστιες εκκρεμότητες στην εξωτερική πολιτική και στην πολιτική ασφάλειας. Οι οποίες δε λύνονται με εσωτερική ρητορεία υψηλών τόνων, αλλά με βαθιά κατανόηση των συσχετισμών και με βαθιά κατανόηση του τι είναι αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία στο πλαίσιο των περιφερειακών συσχετισμών. Γιατί συμβαίνει κάτι που αφορά λίγο και ως επίπτωση την Ελλάδα, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.  Αλλά αφορά πάρα πολύ το εσωτερικό της Τουρκίας και την άλλη πλευρά των συνόρων της. Και βεβαίως αυτό πρέπει να το δούμε τώρα μέσα από την οπτική γωνία των νέων διεθνών συσχετισμών που παράγονται λόγω της εκλογής Τράμπ, αλλά με Τράμπ  πρόεδρο, όχι με Τράμπ υποψήφιο πρόεδρο. Γιαυτό πρέπει να είμαστε εξαιρετικά συγκεκριμένοι και ακριβείς στην ανάλυση μας.

Πέμπτο σημείο. Η θέση  μας σχετικά με την εναλλακτική κυβερνητική λύση δεν είναι μια θέση σχετικά με τη συμμετοχή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε ένα κυβερνητικό σχήμα με υπουργούς. Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ επί ένα χρόνο δεν μετείχε με πολιτικά πρόσωπα. Στήριζε σημαντικές εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες. Δεν έχει κανείς εδώ μέσα, πιστεύω, επιθυμία να αναλάβει καθήκοντα τα οποία είναι φθοροποιά και μερικές φορές προκαλούν και αντιδράσεις γιατί κάποιοι νομίζουν ότι έχουμε ένα πολιτικό προσωπικό το οποίο υπάρχει μόνο για να επιτελεί κυβερνητικά καθήκοντα. Όχι. Η μέριμνά μας είναι το εθνικό και κοινωνικό συμφέρον.

Όμως δεν πρέπει ούτε άμεσα ούτε έμμεσα να δημιουργείται η εντύπωση ότι ο μεσαίος προοδευτικός χώρος, η Συμπαράταξη, η Δημοκρατική Παράταξη  είναι ένας παράγοντας αμηχανίας ή αδιεξόδου σε σχέση με το μέλλον. Πρέπει να είμαστε πάντα ένας παράγοντας εθνικής υπευθυνότητας σε σχέση με την εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και πορείας της χώρας. 

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ακούγοντας μας ότι για μας η μόνη λύση είναι η αυτοδύναμη κυβέρνηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Και πράγματι. Εμείς θα θέλαμε να είναι πρώτο κόμμα η Δημοκρατική Συμπαράταξη και γιατί όχι και αυτοδύναμη, αλλά πρέπει να λέμε πράγματα τα οποία είναι σοβαρά, είναι ρεαλιστικά, είναι ακριβή.

Εάν η πρόταση μας δεν είναι η αυτοδύναμη κυβέρνηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, πρέπει να πούμε ποια είναι η λύση που θέλουμε.  Κι αν θέλουμε άλλη Βουλή, αν θέλουμε να ηττηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, το δεύτερο που θέλουμε είναι να μην υπάρξει μία ανιστόρητη αυτοδυναμία της ΝΔ και, πολύ περισσότερο, μια ανιστόρητη και επικίνδυνη παντοδυναμία της ΝΔ.  Είναι ιστορικά άδικο η ΝΔ να επανέρχεται στα πράγματα σχεδόν αλώβητη παρά την ευθύνη που έχει για την περίοδο 2004 -2009. Είναι ιστορικά ατεκμηρίωτο να γίνεται λόγος δημοσκοπικός για αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ. Αλλά πρέπει αν σκεφτούμε μήπως εμείς προωθούμε άθελά μας επιλογές πολιτών που τείνουν στην αυτοδυναμία της ΝΔ, επειδή προκαλούμε μια αβεβαιότητα με τις τοποθετήσεις μας για το ποια είναι η δική μας θέση και η δική μας προοπτική;

Δεν πρέπει ούτε άμεσα ούτε έμμεσα ούτε ρητά ούτε υπαινικτικά εμείς να υποθάλπουμε, να ενθαρρύνουμε, ή να αποδεχόμαστε τη λύση μιας αυτοδύναμης "παλινόρθωσης" της ΝΔ.

Άρα ποια είναι η λύση; Η λύση είναι μία κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας όλων των πραγματικά δημοκρατικών, πραγματικά φιλοευρωπαϊκών και πραγματικά υπεύθυνων δυνάμεων του τόπου.

Έκτο σημείο. Θα κληθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετάσχει; Βεβαίως. Ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να μετάσχει. Κι αν θέλει να αυτοαποκλεισθεί κάνοντας την μικροκομματική επιλογή μια νέας δημαγωγίας, ας την κάνει με τη δική του ευθύνη. Μα τον καλέσαμε και το 2012 να συμπράξει και δεν θέλησε σκοπίμως. Αλλά με αυτή τη σειρά των πραγμάτων: Εκλογές, ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, άλλοι συσχετισμοί, άλλη κυβέρνηση όπως τη θέλουμε.

Έβδομο σημείο. Ποια θα είναι η προγραμματική βάση; Η μόνη εφικτή, υπεύθυνη και εφαρμόσιμη εθνική στρατηγική. Δικαιούμαστε να πούμε, με ένα είδος υπερηφάνειας  παραταξιακής και εθνικής, ότι αυτή η εθνική στρατηγική είναι η στρατηγική που υπηρετούμε χρόνια τώρα με κόπο, με αίμα, με ιδρώτα, με προπηλακισμούς, με αδικίες εις βάρος μας;  Ναι. Και άρα εκ των πραγμάτων -κι αυτό φάνηκε όλη την περίοδο από το 2010 έως σήμερα-οι δυνάμεις οι οποίες είναι δημοκρατικές, οι δυνάμεις οι οποίες είναι ευρωπαϊκές εν τέλει, είναι οι δυνάμεις που συμφωνούν με τη δική μας πλατφόρμα και έρχονται στη δική μας προγραμματική κοίτη.  Αυτό νομίζω είναι το στοιχείο που μας δίνει το στρατηγικό πλεονέκτημα.

Όγδοο σημείο. Αυτή λοιπόν η άλλη κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα μιας πραγματικής κι όχι ρητορικής ή δημαγωγικής επαναδιαπραγμάτευσης με τους εταίρους. Και η επαναδιαπραγμάτευση με τους εταίρους θα γίνει σε μια απλή και έντιμη βάση. Θέλουμε δημοσιονομικό χώρο αναπνοής για τη χώρα και την ανάπτυξη και τους πολίτες, κι εξήγησα προηγουμένως τα σχετικά με το χρέος και το πρωτογενές πλεόνασμα, με αντάλλαγμα την πιστή εφαρμογή μιας στρατηγικής  μεταρρυθμίσεων. Αλλά θέλουμε μια κοινωνία που αποδέχεται και στηρίζει το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα.

Ήδη μίλησα για  τη Δημοκρατική Παράταξη ως θεματοφύλακα της μόνης εθνικής στρατηγικής. Συνεπώς δεν προσχωρούμε στην πολιτική κανενός άλλου. Συνεργαζόμαστε, δηλαδή, στην πραγματικότητα με όσους αποδέχονται το δικό μας στρατηγικό πλαίσιο, αρκεί να το διατυπώνουμε καθαρά χωρίς αμφιθυμίες, με ολοκληρωμένες διατυπώσεις, και σταθερότητα και πίστη και τεκμηρίωση.

Αυτό σημαίνει, ένατο σημείο, ότι η Δημοκρατική Συμπαράταξη δεν τείνει χείρα βοηθείας ούτε δημιουργεί τις επικοινωνιακές εντυπώσεις ότι ενδεχομένως τείνει χείρα βοηθείας στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως στα θέματα τα σχετικά με τους δημοκρατικούς και δικαιοκρατικούς θεσμούς. Είμαστε πρωτοπόροι, μαχητικοί, υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την πολυφωνία στα ΜΜΕ, όχι στο όνομα επιχειρηματικών συμφερόντων και των διακυμάνσεων που έχουν τα επιχειρηματικά συμφέροντα ερχόμενα σε επαφή με την κυβέρνηση και διαπραγματευόμενα μαζί της, αλλά στο όνομα των δικών μας συνταγματικών και θεσμικών επιλογών.

Η επαναπροσέγγισή μας με τον εκλογικό ακροατήριο του ΣYΡΙΖΑ που κατάγεται από το μεγάλο νικηφόρο ΠΑΣΟΚ,  δεν γίνεται με ανοχή απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και τις πρακτικές του.  Εμείς αναδείξαμε το ρόλο των ΑΝΕΛ και την "ανελοποίηση" του ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς αναδείξαμε το φαινόμενο του τρίτου αφανούς κυβερνητικού εταίρου.  Εμείς αναδείξαμε τους παράγοντες που προσφέρουν στο ΣΥΡΙΖΑ και στους ΑΝΕΛ μεγάλη βοήθεια στον έλεγχο του βαθέως κράτους για θέματα ΜΜΕ, δικαιοσύνης, ανεξάρτητων αρχών. Εμείς λοιπόν θα προσεγγίσουμε την κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ με την καθαρή εναλλακτική μας πρόταση. Και να θυμόμαστε ότι αυτή η βάση μας εγκατέλειψε σταδιακά.  Από το 2010, από την ένταξη στο μνημόνιο, μέχρι τις εκλογές του Μαΐου του 2012 και την ημέρα της σύλληψης του Άκη Τσοχατζόπουλου, σε δύο φάσεις.  Πρώτα απομακρύνθηκε από το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια επέλεξε το ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν αυτονόητη και άμεση επιλογή. Φλέρταρε ενδιαμέσως δημοσκοπικά και με άλλες λύσεις,  με άλλα σχήματα.  Άρα υπάρχει ένα ζήτημα απομάκρυνσης το όποιο ήταν αυτοτελές την περίοδο εκείνη, πριν την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ ως οχήματος διαμαρτυρίας και έκφρασης που έγινε διστακτικά και σε δεύτερη φάση.

Τελευταία θέση. Δέκατη. Η αυτονομία της δημοκρατικής παράταξης διασφαλίζεται με αυτόν τον καθαρό προγραμματικό λόγο. Με την καθαρή στρατηγική. Και όχι με "ίσες αποστάσεις", εντός εισαγωγικών, και "συμψηφισμούς".

Εάν έχουμε άγχος μη χαρακτηριστούμε ότι συμπλέουμε με τη ΝΔ, στη συνέχεια αποκτούμε νευρικότητα όταν διατυπώνονται παρατηρήσεις πως συμπλέουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ. Και τελικώς καταλήγουμε αιχμάλωτοι αυτής της διπλής νευρικότητας. Ενώ η υπέρβαση είναι η αυτονομία του προγραμματικού λόγου και η στρατηγική συνέπεια. Εκτός κι αν αισθανόμαστε ένοχοι για επιλογές εθνικής διάσωσης που κάναμε από το 2010 έως το 2015 συλλογικά. Με κόστος. Και τις υπηρετήσαμε και δεν τις χαρίζουμε στη ΝΔ και τον κ. Μητσοτάκη.

Αυτά λοιπόν έχουν πολύ μεγάλη σημασία πολιτικά.

Πρέπει βεβαίως κλείνοντας να εκφράσω την πολύ μεγάλη ικανοποίηση μου γιατί στο τέλος της ομιλίας της η Φώφη Γεννηματά, σήμερα, έθεσε και ζητήματα ηθικής τάξης. Αποκλείοντας κατηγορίες προσώπων και συμπεριφορών από την πρόσκληση. Ακόμη και αν αυτό έχει πολιτικό κόστος. Ακόμη κι αν αυτό δεν λειτουργεί πολυσυλλεκτικά.  Ακόμα κι αν αυτό κρατάει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής μας βάσης σε μας και δεν το διώχνει. Γιατί και η κοινωνική μας βάση έχει ηθικά κριτήρια και μνήμη. Και πράγματι. Δεν υπάρχουν μόνο πολιτικής σκοπιμότητες.  Δεν υπάρχουν μόνο ψυχρές εκλογικές συγκυρίες. Υπάρχουν ζητήματα αλήθειας. Υπάρχουν ζητήματα ήθους. Γιατί, η πολιτική είναι μια στάση ζωής δεν είναι κυνισμός που συνδέεται με έναν ρόλο γύρω από την εξουσία ή μέσα στην εξουσία.

Σας ευχαριστώ.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο