Στην φωτογραφία απαθανατίζονται ο Ντέιβιντ Κάμερον, Μπαράκ Ομπάμα, η Άνγκελα Μέρκελ, ο Φρανσουά Ολάντ και ο Ματέο Ρέντσι. Μία φωτογραφία που είναι ήδη συλλεκτική καθώς οι τέσσερις εκ των πέντε ηγετών είτε αποχώρησαν είτε ετοιμάζονται να φύγουν από τις θέσεις τους πληρώνοντας πολιτικές… ζαριές με αβέβαιη κατάληξη ή γιατί απλώς ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ή γιατί απλώς αποδείχτηκαν (πολύ) κατώτεροι των προσδοκιών με μοναδική σταθερά την Άνγκελα Μέρκελ.

Τα τελευταία χρόνια, οι εξελίξεις στην Ευρώπη και την υφήλιο έχουν επιταχυνθεί. Για την η έννοια του πολιτικού χρόνου έχει αλλάξει, καθώς γεγονόταν που άλλοτε θα συναίνεσαν σε βάθος αρκετών ετών, πλέον εξελίσσονται μέσα σε λίγους μήνες. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το 2016, ένα έτος με καταιγιστικές γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις: Brexit, εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ιταλικό δημοψήφισμα, τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, απότοκο της επέμβασης στη Συρία.

Εάν γίνει μία προσπάθεια κατηγοριοποίησης, θα διαπίστωνε κανείς πως ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον και ο απερχόμενος ηγέτης της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, πλήρωσαν τις κινήσεις υψηλού ρίσκου στις οποίες προχώρησαν δίχως να διαβάσουν τη συγκυρία, πέφτοντας πολύ έξω στις εκτιμήσεις τους:

  • Ο μεν Κάμερον σε μία προσπάθεια να πιέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να παραχωρήσει περισσότερη αυτονομία στη Βρετανία διοργάνωσε δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της χώρας του στην ΕΕ. Παρότι απέσπασε αρκετές υποχωρήσεις πριν την κάλπη, το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε σε καμία περίπτωση. Μετά από μία μακρά, βρώμικη και βουτηγμένη στο αίμα (η δολοφονία της βουλευτίνας των Εργατικών Τζο Κοξ) εκστρατεία, οι υποστηρικτές του Brexit επικράτησαν πανηγυρικά, με αποτέλεσμα ο Κάμερον να αποχωρήσει ταπεινωμένος από τον πρωθυπουργικό θώκο στις 24 Ιουνίου, λίγους μόνο μήνες από την εκλογή του, ανοίγοντας τον… ασκό του Αιόλου για την Ένωση . Τα ΜΜΕ της χώρας του κόλλησαν την ταμπέλα του πιο αποτυχημένου πρωθυπουργού της βρετανικής ιστορίας και οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξοργίστηκαν μαζί του.
  • Ο δε Ρέντσι ανακοίνωσε δημοψήφισμα στην Ιταλία επιχειρώντας να αποσπάσει τη στήριξη των συνταγματικών αλλαγών που προώθησε: Τόσο στον εκλογικό νόμο, όσο και στο πολύπλοκο και δύσκαμπτο σύστημα διακυβέρνησης στη χώρα. Θέλησε να «κουρέψει» τις αυξημένες αρμοδιότητες της Γερουσίας, να ενισχύσει τις εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης και να αλλάξει τον τρόπο εκλογής των Γερουσιαστών. Έκανε όμως ένα θανάσιμο λάθος: Προσωποποίησε τη διαδικασία, προσδίδοντάς της μία έννοια ψήφου εμπιστοσύνης. Και οι ψηφοφόροι τον τιμώρησαν, αφού όπως αποδείχθηκε δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο νόμιζε. Αφήνει πίσω του μία διαιρεμένη Ιταλία, με τεράστια οικονομικά προβλήματα και τράπεζες έτοιμες να βαρέσουν κανόνι…

Άλλη μια κατηγορία ηγετών, είναι αυτοί που αποδείχθηκαν κατώτεροι των προσδοκιών. Πρόκειται για τον Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος έγινε τελικά «Ολαντρέου» (είχε δίκιο ο Αλέξης Τσίπρας), αφού τα έκανε μαντάρα σε όλους τους τομείς διακυβέρνησης στη Γαλλία, αλλά και για τον Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν δικαίωσε όσους ήλπιζαν σε αυτόν, όταν εκλέχθηκε πρώτη φορά με το σύνθημα «Hope»:

  • Ο Ολάντ από τη μία, μέσα σε 4,5 έτη διακυβέρνησης δεν κατάφερε να αφήσει ένα σαφές στίγμα, ούτε μία μεταρρύθμιση που να άλλαξε κάτι ουσιαστικό στη Γαλλία. Υποσχέθηκε ότι θα φορολογήσει τους πλούσιους – μία συμβολική κίνηση- αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να συγκεντρώσει τον χλευασμό τους, και τελικά να αναγκαστεί να αλλάξει πλήρως το νομοσχέδιο έπειτα από εντολή του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στα χρόνια του η ανεργία αυξήθηκε από το 7,3% στο 10,5%, οι πολιτικές ανάπτυξης που έταξε δεν ήρθαν ποτέ, ενώ το μόνο που υπήρξε σε αφθονία ήταν οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι απόπειρες επέμβασης στον πόλεμο στη Συρία. Μετά το χτύπημα στο Παρίσι τον περασμένο Νοέμβριο, κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία και παραμένει μέχρι και τώρα σε ισχύ. Τα ποσοστά του βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό για γάλλο πρόεδρο, ενώ η τελευταία δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του έδινε ποσοστό 7%. Όπως αναμενόταν δεν θα διεκδικήσει δεύτερη θητεία, κάτι το οποίο ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη. Θα μείνει και αυτός στην ιστορία ως ο πιο αποτυχημένος πρόεδρος στην ιστορία της χώρας
  • Ο Μπαράκ Ομπάμα από την άλλη, τα κατάφερε σίγουρα καλύτερα. Με τους χειρισμούς του η χώρα κατάφερε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και να γυρίσει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχτηκε δεν επενέβη στρατιωτικά στη Συρία, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που ήθελαν ορισμένα «γεράκια» στην Ουάσινγκτον, ενώ κατάφερε να αποκαταστήσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κούβα, να κλείσει την συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να βγει από απομόνωση πολλών δεκαετιών. Ωστόσο οι πολλές αστοχίες της διακυβέρνησής του, ήταν ο λόγος που επικράτησε ο Ντόναλντ Τραμπ και έχασε κατά κράτος η υποψήφια των Δημοκρατικών Χίλαρι Κλίντον: Παραμέλησε τις μεσοδυτικές πολιτείες, με την οικονομική ανασφάλεια να αυξάνεται ραγδαία. Οι θέσεις εργασίας που δημιούργησε ήταν κακοπληρωμένες. Δεν κατάφερε να ρυθμίσει τον υπερμεγέθη τραπεζικό τομέα, ενώ το outsourcing (η εξαγωγή θέσεων εργασίας από τις αμερικανικές εταιρείες στο Μεξικό και αλλού)… γιγαντώθηκε. Και οι αποτυχίες του Ομπάμα αντανακλώνται και στα ποσοστά στήριξης που εισέπραξε η Κλίντον ανάμεσα στους λευκούς ψηφοφόρους: Μόλις το 37%...

Από όλα αυτά φαίνεται πως η μοναδική σταθερά είναι προς το παρόν η Άνγκελα Μέρκελ, στη Γερμανία. Η οποία κυβερνά για πάνω από μία δεκαετία τη χώρα, η οποία καταγράφει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης και χάρη στη βιομηχανία της τεράστια εμπορικά πλεονάσματα… Από την άλλη όντας περίπου η ηγέτιδα της Ευρώπης, έσπρωξε μαζί με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε την Ήπειρο σε πολιτικές σκληρής λιτότητας, οι οποίες φέρνουν κοινωνικές αντιδράσεις. Η Μέρκελ ανακοίνωσε ότι θα διεκδικήσει τέταρτη υποψηφιότητα, προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ωστόσο η δημοφιλία της δέχτηκε πλήγμα από τους χειρισμούς της στο προσφυγικό. Θα σταθεί αυτό η αιτία να ανακοπεί ο δρόμος της για ακόμη μία θητεία στην Καγκελαρία; Μάλλον όχι, αλλά κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα φέρει το μέλλον…