Επιλεκτική εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου φαίνεται να προωθούν οι Ευρωπαίοι δανειστές κι εταίροι μας. Η Ελλάδα υποχρεώνεται να εφαρμόσει αμέσως την πλέον αυστηρή και διασταλτική ερμηνεία του κεκτημένου για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Την ίδια ώρα όμως, η εφαρμογή του κεκτημένου σε ό,τι αφορά τα εργασιακά, παραπέμπεται στις… μεταμνημονιακές καλένδες. Επιπλέον, οι δανειστές εμφανίζονται να αλλάζουν συνεχώς τους κανόνες του παιχνιδιού στη διαπραγμάτευση.

Εφαρμογή στην ενέργεια

Τα βασικά επιχειρήματα των δανειστών για την άμεση πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ είναι:

1. Η ευρωπαϊκή οδηγία (που είναι ταυτοχρόνως μνημονιακή υποχρέωση) για περιορισμό του μεριδίου αγοράς της ΔΕΗ κάτω του 50% έως το 2019.

2. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με την πρόσβαση των ιδιωτών στον λιγνίτη.

3. Η μικρή αποδοτικότητα των δημοπρασιών ρεύματος ΝΟΜΕ μέσω των οποίων η κυβέρνηση (σε συμφωνία με τους δανειστές) θέλησε να μειώσει το μερίδιο αγοράς της ΔΕΗ.

Δηλαδή, οι Ευρωπαίοι εταίροι απαιτούν την άμεση συμμόρφωση της Ελλάδας με όσα ισχύουν στη Ευρώπη, έτσι όπως τα ερμηνεύουν αυτοί. «Είναι ευρωπαϊκός κανόνας, πρέπει να το τηρήσετε», συνηθίζουν να λένε οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών .

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι εταίροι αλλάζουν τους κανόνες στη μέση του παιχνιδιού. Συγκεκριμένα:

1. Όσα συζητιούνται τώρα για τα ενεργειακά, είχαν συμφωνηθεί στην πρώτη αξιολόγηση. Δηλαδή είναι οι δανειστές που κάνουν πρώτα το περίφημο backtracking (υπαναχωρούν από τα συμφωνηθέντα).

2. Σύμφωνα με τη συμφωνία της πρώτης αξιολόγησης, η αποτελεσματικότητα των ΝΟΜΕ θα έπρεπε να αξιολογηθεί τον Δεκέμβριο, όχι τον Ιούνιο όπως απαιτούν οι δανειστές τώρα.

3. Μια βασική αιτία που δεν έχουν λειτουργήσει τα ΝΟΜΕ, είναι ότι σημαντικό τμήμα του ρεύματος που αγοράζεται στους πλειστηριασμούς, εξάγεται. Αυτή όμως η δυνατότητα δόθηκε στους αγοραστές κατόπιν επίμονης απαίτησης των δανειστών στη διαπραγμάτευση της πρώτης αξιολόγησης.

4. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κάνει λόγο για πρόσβαση στον λιγνίτη, όχι κατ’ ανάγκη για πώληση των μονάδων.

Εν ολίγοις, οι δανειστές αλλάζουν τους κανόνες της διαπραγμάτευσης ενώ αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

…αλλά όχι στα εργασιακά

Εν αντιθέσει με τα ενεργειακά, στα εργασιακά οι εταίροι μας δεν δείχνουν ιδιαίτερη σπουδή στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έχουν ανασταλεί στην Ελλάδα λόγω Μνημονίου. Πυλώνες των συλλογικών συμβάσεων είναι οι αρχές:

* της επεκτασιμότητας, που καθιστά γενική την εφαρμογή της κλαδικής σύμβασης αν αυτή έχει υπογραφεί από εργοδοτική ένωση που εκπροσωπεί παραπάνω από το 50% των εργοδοτών του κλάδου,

* της ευνοϊκότερης ρύθμισης, βάσει της οποίας υπερισχύει η ρύθμιση που παρέχει τη μεγαλύτερη προστασία στον εργαζόμενο.

Ωστόσο, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην απάντηση του στην επιστολή του Αλέξη Τσίπρα, δεν ήταν πολύ σαφής για το αν, πόσο και από πότε ισχύει στην Ελλάδα το ευρωπαϊκό κεκτημένο για τα εργασιακά. Αν και ο πρόεδρος της Κομισιόν έγραψε ότι «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το κοινωνικό κεκτημένο της ΕΕ εφαρμόζεται στην Ελλάδα και σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.», εντούτοις, προσέθεσε ότι οι ελληνικές αρχές έχουν δεσμευτεί «να μην αντιστρέψουν τις μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στο παρελθόν για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας».

Με πιο απλά λόγια, είτε η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου αναβάλλεται για μετά το τέλος του προγράμματος είτε η εφαρμογή του τώρα θα μπει στην προκρούστειο κλίνη των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Εφαρμογή αλά καρτ λοιπόν του ευρωπαϊκού κεκτημένου ή αλλιώς μονά-ζυγά δικά τους…