ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μαλλιάς-Βενιζέλος: Η μοναξιά και η διγλωσσία του ελληνικού ΥΠΕΞ

της Μυρένας Σερβιτζόγλου - Δημοσίευση 9 Φεβρουαρίου 2019, 19:00 / Ανανεώθηκε 9 Φεβρουαρίου 2019, 19:13
Μαλλιάς-Βενιζέλος: Η μοναξιά και η διγλωσσία του ελληνικού ΥΠΕΞ
Facebook Twitter Whatsapp

Δύο βιβλία τα οποία πραγματεύονται τη Συμφωνία των Πρεσπών:

Στις λίστες με τα ευπώλητα των περισσοτέρων βιβλιοπωλείων και εντύπων τις τελευταίες μέρες κυριαρχούν δύο βιβλία τα οποία πραγματεύονται το ίδιο θέμα, τη Συμφωνία των Πρεσπών: «Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό» των καθηγητών Άγγελου Συρίγου και Ευάνθη Χατζηβασιλείου, και «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία. Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» του Πρέσβη επί τιμή Αλέξανδρου Μαλλιά, με πρόλογο Ευάγγελου Βενιζέλου. Το γεγονός μπορεί να μην αποτελεί ασφαλή δείκτη επιτυχίας ή βιωσιμότητας της εν λόγω Συμφωνίας ή των συναφών κυβερνητικών χειρισμών και τακτικής, απηχεί όμως, αντικατοπτρίζει έντιμα τον προβληματισμό των Ελλήνων και τον παλμό ενός λαού.

Καίτοι «Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό» θα μπορούσε να αποτελέσει πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, τόσο χάρη στην γραμμική ανάπτυξη του ζητήματος, την ιστορική αναδρομή, την απλότητα και τη σαφήνεια με τις οποίες αναλύεται το υπό εξέταση αντικείμενο, «Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» παρουσιάζει διαφορετικά γνωρίσματα. Και στις δύο παρεμβάσεις, τόσο του Πρέσβη Μαλλιά, όσο και του ακαδημαϊκού και πολιτικού Βενιζέλου, είναι κυρίαρχα δύο στοιχεία: Η κριτική διάθεση απέναντι στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση το ζήτημα (διαπραγματεύσεις και υπογραφή), αλλά κυρίως η ανάλυση οφέλους/κόστους της Συμφωνίας, εσωκομματικά, ενδοκυβερνητικά, πολιτικά και γεωπολιτικά.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος στον ολιγοσέλιδο Πρόλογό του επισημαίνει χωρίς περιστροφές: Στο ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις να επιτευχθεί μία συμφωνία που θα συγκέντρωνε ευρύτατη συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, με τη σύμπραξη της αντιπολίτευσης, τουλάχιστον των δυνάμεων ευρωπαϊκού προσανατολισμού, γεγονός που θα έσπαγε την αρνητική παράδοση της μετατροπής των κρίσιμων θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής σε σημεία όχι απλώς διαφωνίας και τριβής, αλλά μετωπικής σύγκρουσης. «Η κυβέρνηση όμως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θεώρησε ευθύς εξαρχής ότι το ονοματολογικό μπορεί να αποβεί το όχημα μιας εσωτερικής μετάλλαξης. Αντί να διχάσει την κυβέρνηση και να κλονίσει τη φαινομενικώς ετερόκλιτη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, οι κυβερνητικοί συνέταιροι σκέφτηκαν ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει αντίστροφα, σύμφωνα με τις αρχές του πολιτικού αταβισμού». Έτσι, ο Βενιζέλος εξηγεί ότι με τη Συμφωνία ο μεν ΣΥΡΙΖΑ κλείνει το μάτι στο προοδευτικό και κεντροδεξιό ακροατήριο, οι δε ΑΝΕΛ στο υπερπατριωτικό ακροδεξιό ακροατήριο.  Αυτές οι μικροπολιτικές στοχεύσεις, κατά τον έγκριτο νομικό, επηρέασαν τη μέθοδο και την ποιότητα των διαπραγματεύσεων και σφράγισαν το αποτέλεσμα, χωρίς να αφήνουν περιθώρια ούτε νομοτεχνικής βελτίωσης.

Εν συνεχεία, ακολουθούν κείμενα του Πρέσβη Μαλλιά, που στην πλειονότητα τους αποτελούν δημοσιευμένα άρθρα και τα οποία θυμίζουν, λειτουργούν σαν ομόκεντροι κύκλοι, που επισκοπούν την ελληνική εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών, κυρίως όσον αφορά το βαλκανικό περιβάλλον, με επίκεντρο πάντα το Μακεδονικό. Οι εκτιμήσεις του Πρέσβη, καίριες και ευθύβολες, δεν διαφέρουν κατά πολύ από εκείνες του προλογίσαντα Βενιζέλου: Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτιμάται καταρχήν θετικά, όσον αφορά την επιτυχή επίλυση του ονοματολογικού με την εξασφάλιση «ενός σύνθετου ονόματος με γεωγραφικό προσδιορισμό και erga omnes χρήση». Όμως τα κεντρικά ζητήματα της γλώσσας και της εθνότητας/ιθαγένειας/υπηκοότητας αποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα» της Συμφωνίας, λόγω της ασάφειας που υπάρχει στον σκληρό πυρήνα, η οποία ευνοεί και τροφοδοτεί διαφορετικές ερμηνείες από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.

 Στην «Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» εξετάζονται οι παράγοντες που εξέβαλαν στη γένεση του κρατιδίου της πΓΔΜ, η σημασία και ο ρόλος του αλβανικού παράγοντας, καθώς και η στάση και οι προθέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης σχετικά με τη Συμφωνία.

Το σημείο όμως στο οποίο στέκεται κανείς, δεν είναι άλλο από το Υποκεφάλαιο IV.4.1 «Το Μακεδονικό στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ» (σ. 90) του Κεφαλαίου ΙV «Ανάλυση της Συμφωνίας». Ο Μαλλιάς σημειώνει ότι μέχρι τη χρονική στιγμή της ολοκλήρωσης συγγραφής του δοκιμίου (12 Ιουλίου 2018), στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών προσδιορίζονται η ουσία και οι διαστάσεις του προβλήματος της ονομασίας ως εξής: «Το ζήτημα του ονόματος είναι ένα πρόβλημα με περιφερειακή και διεθνή διάσταση, το οποίο συνίσταται στην προώθηση αλυτρωτικών και εδαφικών βλέψεων εκ μέρους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με κύριο όχημα την πλαστογράφηση της ιστορίας και την οικειοποίηση της εθνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας». «Μία ψύχραιμη ανάγνωση της διαχρονικής επίσημης εκτίμησης του ΥΠΕΞ, που φαίνεται ότι ισχύει ακόμη και σήμερα», συνεχίζει ο Πρέσβης Μαλλιάς, «δύσκολα μπορεί να στηρίξει τον οιονεί επίσημο ισχυρισμό, ότι το σύγχρονο Μακεδονικό ζήτημα δημιουργήθηκε μετά το 1991 από λάθη κάποιον κυβερνήσεων, πολιτικών και διπλωματών. Το κείμενο του ΥΠΕΞ κάνει λόγο ξεκάθαρα για “εδαφικές βλέψεις”. Πώς συμβιβάζονται οι διατυπώσεις αυτές με τις εκ διαμέτρου αντίθετες σημερινές δημόσια διατυπωμένες εκτιμήσεις;»

Το κείμενο του ΥΠΕΞ παρατίθεται αυτούσιο στο βιβλίο (σ. 91-96) και παρουσιάζει εκρηκτικό ενδιαφέρον, ενώ μέχρι και την ημέρα συντάξεως του παρόντος, 9 Φεβρουαρίου 2019 (και ενώ η Συμφωνία έχει επικυρωθεί τόσο από το σκοπιανό όσο και από το ελληνικό κοινοβούλιο), παραμένει απαράλλαχτο αναρτημένο στην ιστοσελίδα στα «Ειδικά Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής». Κάποιος καλόπιστος θα μπορούσε να αναφερθεί σε διγλωσσία ΥΠΕΞ, κάποιος πιο παρατηρητικός σε διγλωσσία ΥΠΕΞ-ελληνικής κυβερνήσεως. Κάποιος κακόπιστος θα έκανε λόγο για αντιποίηση αρχής, ότι δηλαδή το σημερινό ΥΠΕΞ αντιποιεί τον (διαχρονικό) εαυτό του.

Αλλά ας μείνουμε στα θετικά της υποθέσεως. Μείζων δε τούτων, η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για συγγράμματα πολιτικού/εθνικού ενδιαφέροντος, γεγονός που θα μπορούσε να μαρτυρά ότι ο Έλληνας ακόμη και σήμερα, μετά από μία σχεδόν δεκαετία ανηλεούς δημοσιοοικονομικής πειθαρχίας επιβεβλημένης έξωθεν, κακοφορμισμένης έσωθεν, δεν σταματά, δεν κουράζεται να αναστοχάζεται και να καρδιοχτυπά. Εξάλλου οι σοφές, νηφάλιες φωνές που παρεμβαίνουν δημόσια μέσω της συγγραφής σε αυτόν τον τόπο δεν εξέλειψαν ποτέ. Αποτελεί δικό μας χρέος, δική μας ευθύνη να τις αφουγκραστούμε.