Έντονη ανησυχία επικρατεί στην Αθήνα μετά το προχτεσινό Eurogroup. Επισήμως η κυβέρνηση τηρεί «σιγή ασυρμάτου» για όσα συνέβησαν στις Βρυξέλλες, και παραπέμπει στις δηλώσεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου. Ωστόσο, όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι ΔΝΤ και Γερμανία «τα βρήκαν» στην πλάτη της Ελλάδας, προωθώντας την ολοκλήρωση της αξιολόγησης χωρίς να έχει υπάρξει συμφωνία σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις του χρέους.

WSJ: Συμφωνία ΔΝΤ-Γερμανίας

Δημοσίευμα της Wall Street Journal αποκαλύπτει όσα εκτυλίχτηκαν στο Eurogroup. Σύμφωνα με την έγκυρη αμερικανική εφημερίδα, Γερμανία και ΔΝΤ κατέληξαν σε «συμβιβαστική» συμφωνία που παραπέμπει το θέμα του χρέους στις ελληνικές καλένδες. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για αποδοχή από το ΔΝΤ των γερμανικών θέσεων. Η WSJ γράφει ότι το σχέδιο Σόιμπλε που έγινε αποδεκτό από τον Τόμσεν , προβλέπει:

  • Παραπομπή της συμφωνίας για το χρέος για μετά τις γερμανικές εκλογές, ίσως και για το καλοκαίρι του 2018.
  • Παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα χωρίς καταβολή χρημάτων.
  • Απόφαση του ΔΝΤ σχετικά με την εκταμίευση χρημάτων μετά την αποσαφήνιση των ρυθμίσεων για το χρέος, κατά πάσα πιθανότητα μετά την τυπική λήξη του προγράμματος.

Ανάλογες πληροφορίες είχε δημοσιεύσει και η γερμανική Handelsblatt. Όπως είναι προφανές, η συμφωνία Γερμανίας-ΔΝΤ που απορρίπτει προς το παρόν η κυβέρνηση, θα σημάνει:

Πρώτον, ότι η κυβέρνηση θα έχει νομοθετήσει περικοπές χωρίς να λάβει στην πραγματικότητα κανένα αντάλλαγμα.

Δεύτερον, ότι εμμέσως θα αποφασιστεί και τυπικά η παράταση του Μνημονίου ή η έναρξη του 4ου Μνημονίου. Μάλιστα, η αμερικανική τράπεζα Citibank υποστηρίζει σε ενημερωτικό της σημείωμα ότι όλες οι εξελίξεις οδηγούν σε ένα τέταρτο μνημόνιο.

Τρίτον, και κυριότερο, ότι η Ελλάδα δεν θα μπει στο QE, δεδομένου ότι το χρέος δεν θα είναι βιώσιμο. Χωρίς QE απομακρύνεται η προοπτική της επίτευξης των στόχων του Μνημονίου, καθώς και της ενεργοποίησης των αντισταθμιστικών μέτρων τα έτη 2019-20.

Τρία σενάρια

Αλλά και τα σενάρια που ετοίμασε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας για ελάφρυνση του χρέους δεν θα έλεγε κανένας πως είναι ιδανικά. Και αυτό γιατί –όπως μετέδωσε το Reuters- βάσει ενός εξ αυτών, δεν χρειάζεται καν ελάφρυνση του χρέους εάν η Ελλάδα πετυχαίνει πλεονάσματα άνω του 3% του ΑΕΠ για 20 χρόνια.

Σύμφωνα λοιπόν με το πρώτο σενάριο, δεν προβλέπεται καμία ελάφρυνση εάν υπάρχουν πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2032, και πάνω από 3% έως το 2038. Μάλιστα παρουσιάζονται και ιστορικά παραδείγματα χωρών που κατάφεραν κάτι τέτοιο: Η Φινλανδία, για παράδειγμα, είχε πρωτογενές πλεόνασμα 5,7% επί 11 χρόνια την περίοδο 1998-2008 και η Δανία 5,3% για 26 χρόνια, από το 1983 ως το 2008.

Μια δεύτερη υποεπιλογή στο πρώτο σενάριο προβλέπει ανώτατη δυνατή ελάφρυνση χρέους με βάση τη συμφωνία του Μάϊου του 2016. Η Ελλάδα θα έπρεπε σε αυτή την περίπτωση να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ως το 2022 αλλά μετά θα μπορούσε να το μειώσει περίπου στο 2% ως τα μέσα της δεκαετίας του 2030 και στο 1,5% στη συνέχεια. 

Τo δεύτερο σενάριο βασίζεται στις προβλέψεις του ΔΝΤ για μια μέση ανάπτυξη 1% και μια επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% από το 2023, μετά από πέντε χρόνια με πλεονάσματα 3,5%. Το σενάριο αυτό προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα αυξάνεται από το 2022 και έπειτα, αγγίζοντας το 226% το 2060.

Οι ελληνικές τράπεζες θα έπρεπε να ανακεφαλαιοποιηθούν και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα ανέρχονταν στα τέλη της δεκαετίας του 2020 πάνω από το «ταβάνι» του 15% του ΑΕΠ που έχουν υποσχεθεί οι υπουργοί οικονομικών της ευρωζώνης, ξεπερνώντας το 50% το 2060.

Για να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο με βάση τις εκτιμήσεις αυτές, η ευρωζώνη θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια βαθύτερη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, από αυτήν που πρόσφερε το 2016, κάτι που δεν δέχεται το Eurogroup.

Τον Μάιο του 2016, η ευρωζώνη υποσχέθηκε να επεκτείνει τις ωριμάνσεις και την περίοδο χάριτος στα ελληνικά δάνεια, ώστε οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας να μείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ μετά το 2018 μεσοπρόθεσμα και κάτω από το 20% από εκεί και έπειτα.

Ανέφερε επίσης ότι θα εξέταζε μια αντικατάσταση των πιο ακριβών δανείων του ΔΝΤ προς την Ελλάδα με φθηνότερη ευρωπαϊκή πίστωση και θα επέστρεφε τα κέρδη που αποκόμισαν οι κεντρικές τράπεζες από τα ελληνικά ομόλογα.

Ένα τρίτο σενάριο, είναι αυτό ενός συμβιβασμού ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο, προβλέποντας έναν ρυθμό ανάπτυξης 1,25%, ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ως το 2022, το οποίο θα υποχωρήσει στη συνέχεια στο 1,8% αντί για 2,2% την περίοδο 2023-2060. Στο σενάριο αυτό, το ελληνικό χρέος θα γινόταν βιώσιμο με μια επιμήκυνση των μέσων ωριμάνσεων των ευρωπαϊκών δανείων κατά 15 έτη, με ταυτόχρονο «κλείδωμα» του επιτοκίου στο 1% ως το 2050 και ένα «ταβάνι» απόσβεσης στο 0,4% του ελληνικού ΑΕΠ.

Στον αέρα η διαπραγματευτική γραμμή

Οι αρνητικές εξελίξεις του Eurogroup δημιουργούν αρκετά μεγάλο προβληματισμό. Και αυτό γιατί η διαπραγματευτική γραμμή που είχαν χαράξει οι κκ Τσίπρας και Τσακαλώτος θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση «Όλα για το χρέος και το QE». Κάθε θυσία και κάθε υπαναχώρηση από τις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ δικαιολογούταν στο όνομα της εξόδου από την επιτροπεία και της ανάκαμψης που θα έφερναν οι ρυθμίσεις του χρέους και το QE. Τώρα που φαίνεται ότι πάμε σε εκταμίευση δόσης χωρίς χρέος και QE, η κυβέρνηση μένει χωρίς σοβαρό πολιτικό αφήγημα. Με δεδομένο ότι στο Eurogroup της 15/6 θα της ασκηθούν τρομακτικές πιέσεις να αποδεχτεί το σχέδιο Σόιμπλε, η κατάσταση καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής ως προς τη διαχείρισή της.