Τη βούληση της τουρκοκυπριακής πλευράς να καταλήξουν σε συμφωνία οι συνομιλίες για το Κυπριακό, εκφράζει ο σύμβουλος του Ντερβίς Ερογλου και διαπραγματευτής Κουντρέτ Οζερσάϊ, σε συνέντευξή του στη γαλλόφωνη βελγική εφημερίδα «Λα Λιμπρ Μπελζίκ».
Η συνέντευξη αυτή δόθηκε με αφορμή την παρουσία του κ. Ερογλου, την προηγούμενη εβδομάδα στις Βρυξέλλες, όπου συναντήθηκε με τον αρμόδιο για τη διεύρυνση επίτροπο Στέφαν Φούλε.

Ο κ. Οζερσάϊ δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι μέχρι σήμερα στις συνομιλίες έχουν δοκιμαστεί τα πάντα: Διαπραγματεύσεις άμεσες και έμμεσες, εκ του σύνεγγυς συνομιλίες, συναντήσεις ανάμεσα στους δύο ηγέτες, συναντήσεις με εκπροσώπους, γεύματα, δείπνα και προγεύματα εργασίας, τριμερείς συναντήσεις με το Γενικό Γραμματέα των ΗΕ, διαιτησία.

Υποστηρίζει ακόμη ότι έχει γίνει επεξεργασία πολλών σχεδίων, αμερικανικών, βρετανικών, των Ηνωμένων Εθνών και έχουν γίνει συζητήσεις για κάθε μορφής ομοσπονδία.

Σε ερώτηση για το αν λείπει από τις δύο πλευρές η πολιτική βούληση, ο κ. Οζερσάϊ απαντά ότι δεν μπορεί να πει κάτι τέτοιο για την τουρκοκυπριακή πλευρά, η οποία, όπως υποστηρίζει, υφίσταται μία τεράστια ανισότητα. «Οι Ελληνοκύπριοι αναγνωρίζονται από τα ΗΕ, ανήκουν στην ΕΕ και έχουν φθάσει σε σημείο να αμφισβητούν το τουρκικό αίτημα για ένταξη.

Σε αντίθεση, «το δικό μας κράτος δεν είναι αναγνωρισμένο και δεν έχει νομική υπόσταση», δηλώνει. Ο Σύμβουλος του Ντ. Ερογλου αναφέρει ότι το γεγονός ότι «δεν φθάνουμε σε μία συμφωνία, μας καθιστά ομήρους αυτών των συνομιλιών» και ισχυρίζεται ότι οι Ελληνοκύπριοι βιώνουν μία άνετη κατάσταση, δεν έχουν ανάγκη από μία άμεση συμφωνία και η ζωή για αυτούς συνεχίζεται.

Αναφορικά με τη μορφή που θα έχει μία λύση, σημειώνει ότι «ακόμη και αν είναι δύσκολο να τεθεί σε εφαρμογή, μία ομοσπονδιακή λύση δεν είναι αδύνατη». Ο Τουρκοκύπριος διαπραγματευτής τονίζει ότι αν πρόκειται να συμβιώσουμε και πάλι χρειάζεται να πάρει ο καθένας τις προφυλάξεις του, καθώς «αυτός ο γάμος πρέπει να βασιστεί στην ταυτόχρονη βούληση των δύο πλευρών».

Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε όλα είναι πιθανά, συμπεριλαμβανομένου και ενός εναλλακτικού σχεδίου (σε σχέση με αυτό των Ηνωμένων Εθνών)», καταλήγει.