Απαράδεκτες από κάθε πλευρά χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Μπεγλίτης. «Πιστεύω ότι η διεθνής κοινότητα, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να σκύψουν και να αναλύσουν αυτές τις δηλώσεις, οι οποίες δείχνουν ότι για τον Τούρκο Πρωθυπουργό, παρά τα επικοινωνιακά παίγνια, τα πρόσφατα και τα παρελθόντα, ένα ισχύει: ότι δεν θέλουν να λύσουν το Κυπριακό», επεσήμανε ο κ Μπεγλίτης, ο οποίος, ολοκλήρωσε τη συνάντηση του στην Κύπρο με συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο.

Αναφερόμενος στην επέτειο των 37 ετών από την τουρκική εισβολή 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή από τα τουρκικά στρατεύματα ενός σημαντικού τμήματος της κυπριακής επικράτειας, ο κ. Μπεγλίτης είπε πως, «πέρα από τα λόγια, η ευθύνη και το ηθικό χρέος είναι μεγάλα, να συνεχίσουμε όχι απλά να θυμόμαστε, αλλά να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό, για να αποτρέψουμε τις επώδυνες συνέπειες αυτής της εισβολής και αυτής της κατοχής».

«Άρα, λοιπόν», δήλωσε ο κ. Μπεγλίτης, «το χρέος μας είναι να αναζητήσουμε λύση, όχι την οποιαδήποτε λύση με οποιοδήποτε περιεχόμενο», αλλά «μια λύση στο πλαίσιο του ΟΗΕ και με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λύση που θα επανενώσει το νησί και θα επανενώσει Ελληνοκυπρίους κα Τουρκοκυπρίους, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς συμβιβασμούς που είναι πέρα από τις αντοχές του ευρύτερου Ελληνισμού».

Ο κ. Μπεγλίτης τόνισε ότι πρέπει να ξαναφέρουμε στο προσκήνιο το θέμα των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, «πρέπει, και εμείς από την πλευρά μας, η ελληνική κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα, να βλέπουμε συνεχώς, όπου και αν βρισκόμαστε, το ζήτημα της παράνομης παρουσίας των κατοχικών δυνάμεων στην Κύπρο και να δείχνουμε πάντα ποιος είναι ο υπεύθυνος και ποιος έχει την ευθύνη από τη μιαν πλευρά και ποιος έχει την πολιτική βούληση από την άλλη για να λύσει το Κυπριακό».

Ο υπουργός Άμυνας διαβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι η Ελλάδα είναι δίπλα στον κυπριακό Ελληνισμό, σε αυτή τη δύσκολη και τραγική συγκυρία μετά το δυστύχημα στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» και θα συμβάλει έτσι ώστε να επουλωθούν το συντομότερο δυνατό οι πληγές στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της Κύπρου, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που κα η ίδια αντιμετωπίζει αυτή τη χρονική περίοδο.