Οι εικόνες είναι πρόσφατες. Ο Αλέξης Τσίπρας να υμνεί την επιχειρηματικότητα. Είτε το έπραξε στην Apivita είτε στον Παπαστράτο (ακόμη κι αν, όπως λέγεται, θεώρησε τις δύο αυτές επιχειρήσεις ως φιλικούς – ασφαλείς προορισμούς), η εικόνα ήταν σαφής: Ο κ. Τσίπρας από διαδηλωτής εναντίον κάθε, σχεδόν, επένδυσης, υμνητής της ιδιωτικής πρωτοβουλίας!

Την εικόνα αυτή διαδέχτηκε, μόλις λίγες ώρες μετά τις αντίστοιχες τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, το πολεμικό κλίμα με την Eldorado Gold, τα αιχμηρά non paper του Μαξίμου και οι ιαχές «στα τσακίδια» στενών συνεργατών του Πρωθυπουργού.

Τι ακριβώς συμβαίνει.

Στη Νέα Δημοκρατία εκτιμούν ότι ναι μεν ο κ. Τσίπρας επιχειρεί μία ακόμη μετάλαξη, ωστόσο την ίδια στιγμή δεν μπορεί να κόψει απόλυτα τον ομφάλιο λώρο από το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ και τις δικές του ιδεοληψίες. Γι' αυτό, σημειώνουν, «πριμοδοτούνται» οι καθυστερήσεις στο Ελληνικό ή σε άλλα σημεία ή σηκώνονται οι παντιέρες του πολέμου κατά των καναδών της Eldorado.

Επί της ουσίας, αυτό που παρατηρείται είναι ότι ο κ. Τσίπρας ουσιαστικά επιλέγει να χωρίσει τις επιχειρήσεις σε «καλές» (που όπως είπε δεν έχουν κίνητρο το κέρδος!) και σε «κακές». Με αυτό τον τρόπο επιδιώκει αφενός να δώσει την εικόνα του μετριοπαθούς, φιλικού προς την ιδιωτική πρωτοβουλία πολιτικού (εφόσον οι επιχειρήσεις είναι «καλές»), αφετέρου δε να ενισχύσει την εικόνα του πολέμιου της ασυδοσίας ή του υπερασπιστή του περιβάλλοντος όταν η επιχείρηση έχει κριθεί από το Μαξίμου ως «κακή» ή όταν μία επένδυση |(πχ Ελληνικό) φέρνει την κυβέρνηση αντιμέτωπη με ομάδες που παραδοσιακά τη στήριξαν.

Γίνεται κατανοητό ότι, με αυτό τον τρόπο, καθιστά τελικά δύσκολη μία δομική αντιπολίτευση από τα υπόλοιπα κόμματα, καθώς η συζήτηση καταλήγει τελικά σε περιπτωσιολογία.

Γι' αυτό το λόγο και η ΝΔ, αν και ο κ. Μητσοτάκης δεν είχε διστάσει να μπει στο κάδρο των Σκουριών τόσο όταν προ ημερών είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για την επένδυση όσο και χθες όταν βγήκε ο ίδιος με δήλωση του, θα επιχειρήσει να μεταθέσει τη συζήτηση στη... μεγάλη εικόνα. Δηλαδή, στην απουσία όχι μόνον αναπτυξιακού σχεδίου, αλλά και των στελεχών που θα μπορούσαν να το υλοποιήσουν. Και, κυρίως, στην αμφιθυμία του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ έναντι των επενδύσεων, που τον οδηγεί είτε σε περιπτώσεις αυθαιρεσίας είτε σε, εμφανείς ή αφανείς, παρεμβάσεις προς κρατικά όργανα προκειμένου οι εξελίξεις να δρομολογηθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι ενδεικτικό ότι στην Πειραιώς παρακολουθούν με προσοχή τις εξελίξεις με την αναμενόμενη γνωμοδότηση του ΚΑΣ για το Ελληνικό, έχοντας πλέον σαφή εικόνα για τη στάση ενός εκάστου εκ των συμμετεχόντων.

Πού καταλήγουν οι γαλάζιοι; Ότι, εν τέλει, αυτή η πρακτική καθιστά ως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους επενδυτές όχι την ύπαρξη ή μη της κυβέρνησης Τσίπρα αλλά την ουσιαστική υποβάθμιση και τελικά ανυπαρξία ενός αναπτυξιακού πλαισίου, μίας ασφάλειας δικαίου, που θα επιτρέπει σε όποιον θέλει να επενδύσει να ξέρει εάν και τι μπορεί να φτιάξει σε αυτή τη χώρα.