Είναι σαφές, δια γυμνού οφθαλμού, ότι ο Πρωθυπουργός επιδιώκει να μετασχηματίσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πολιτικό μόρφωμα που θα μοιάζει περισσότερο στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ελάχιστη σχέση θα έχει με την εικόνα του ριζοσπαστικού κόμματος που θα έσκιζε τα μνημόνια και φώναζε «Go back madame Merkel».

Οι επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα σε επιχειρήσεις, οι δηλώσεις του υπέρ των επενδύσεων – παρά τις κραυγές του Καρανίκα και των ομοίων του που, με όρους επικοινωνίας, έρχονται να αθροιστούν σε όσα λέει ο Πρωθυπουργός – και η ταύτισή του με την Ευρώπη έχουν αυτή ακριβώς την επιδίωξη: να φέρουν τον ΣΥΡΙΖΑ πιο κοντά στο κέντρο και, παράλληλα, να αφαιρέσουν επιχειρήματα και ατζέντα από την αξιωματική αντιπολίτευση.

Διότι ο κ. Τσίπρας, μετά το Σεπτέμβριο του 2015, έχει «πετάξει» τον Γ. Βαρουφάκη, τη Ζ. Κωνσταντοπούλου και τον Π. Λαφαζάνη, έχει ανοικτό δίαυλο με την Άν. Μέρκελ, με την οποία μοιάζει να συνομιλεί καλύτερα από ό,τι πχ με τον Σουλτς, συνομιλεί με τους ευρωπαίους, γλυκοκοιτάει το ΔΝΤ, υπέγραψε μία συμφωνία μακροχρόνιας εποπτείας και στόχων ως προς την ανάπτυξη και, κυρίως, υλοποιεί τα περισσότερα από όσα του έχουν ζητηθεί και, μάλιστα, αρκετά από όσα οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αρνηθεί καθώς εκτιμούσαν ότι, ουσιαστικά, υπονομεύουν την ανεξαρτησία της χώρας. Η δε παρουσία Μακρόν στην Ελλάδα, έστω κι αν ο τελικός της στόχος ήταν η εμβληματική εικόνα του Γάλλου Προέδρου μπροστά από την Ακρόπολη, ήρθε να ρίξει νερό στον επικοινωνιακό μύλο της κυβέρνησης.

Στην Πειραιώς υπάρχει προβληματισμός. Δημιουργικός προβληματισμός μεν, προβληματισμός δε. Κι αυτό διότι αντιλαμβάνονται ότι, παρά τις δεσμεύσεις για εξεταστικές σχετικά με το πρώτο εξάμηνο του 2015, η πολιτική μάχη θα κριθεί περισσότερο με όρους μέλλοντος, παρά με όρους 2015. Γι' αυτό και ο κ. Μητσοτάκης επικεντρώνεται, πλέον, πέραν της καθημερινής και αυστηρής κριτικής προς την κυβέρνηση, στο τμήμα της ατζέντας που μπορεί εύκολα να χαράξει τις διαχωριστικές γραμμές με την κυβέρνηση. 

Ο τομέας της Παιδείας και των ιδιωτικών πανεπιστημίων, που ανέδειξε και χθες στην ομιλία του στην εκδήλωση του Ιδρύματος Κων. Μητσοτάκης, είναι ένα τέτοιο πεδίο. Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί, λόγω πολιτικού DNA, να αποδεχθεί μη κρατικά πανεπιστήμια και ο Πρόεδρος της Ν.Δ. φιλοδοξεί να είναι εκείνος που θα προσωποποιήσει το μέτωπο υπέρ του εκσυγχρονισμού.

Αντιστοίχως, από πλευράς Ν.Δ. η συζήτηση θα γίνει όσο πρακτική και θεσμική. Με άλλους λόγους, από πλευράς Μητσοτάκη θα ακούγεται ολοένα και πιο έντονα η πρόσκληση για ενεργή συμμετοχή των πολιτών, σε αντιπαραβολή με την καθεστωτική νοοτροπία που επιδεικνύει, ολοένα και πιο έντονα, ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τέλος, το δίλημμα «αλήθεια – ψεύδος» θα προβάλλεται διαρκώς, και κατ' εξοχήν στη ΔΕΘ, σε μία επιχείρηση εμπέδωσης της διαφοράς που έχει ήδη ο κ. Μητσοτάκης έναντι του κ. Τσίπρα σε καταλληλότητα.

Μπορεί για πολλούς η επικείμενη εκλογική μάχη να έχει ήδη κριθεί ως προς τον νικητή της, ωστόσο είναι σαφές πως το εύρος αυτής και, συνακόλουθα, η δύναμη της κυβερνητικής εντολής που θα λάβει ο Πρόεδρος της Ν.Δ. είναι εξαιρετικά κρίσιμα για την πορεία μιας γαλάζιας διακυβέρνησης.