Στις διεργασίες στην κεντροαριστερά και στις εκλογές για την ανάδειξη του ηγέτη του χώρου αναφέρεται εκτενές δημοσίευμα της Wall Street Journal.

Όπως τονίζει ο αρθρογράφος, «η καθεστωτική αριστερά, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, περιλαμβάνεται στις απώλειες που προκάλεσε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ο παρ ολίγο αφανισμός του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ στις εκλογικές αναμετρήσεις που προηγήθηκαν σημαίνει πως το κενό μεταξύ του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ στην άκρα αριστερά και τα κόμματα της κεντροδεξιάς δεν έχει καλυφθεί. Αλλά τώρα έπειτα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια ακόμη απόπειρα επανεκκίνησης της κεντροαριστεράς με ένα νέο πολιτικό κόμμα και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να ανησυχεί για τις εν λόγω εξελίξεις»

Αφού κάνει μια αναδρομή στα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ από το 1981 μέχρι το 2011, η WSJ σημειώνει πως το πάλαι ποτέ κραταιό κόμμα είδε την εκλογική του επιρροή να συρρικνώνεται σε ποσοστά κάτω του 5% στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

«Πολλές πρωτοβουλίες ελήφθησαν από τότε ώστε να ανασυνταχθεί ο χώρος και να καλυφθεί το κενό μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της κεντροδεξιάς. Η κληρονομιά όμως του κατακερματισμού και οι αντικρουόμενες προσωπικές στρατηγικές που κατασπάρασσαν το πολιτικό κέντρο, φαινόταν πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν», τονίζει η WSJ και προσθέτει:

«Στο μεσοδιάστημα η εγκατάλειψη από τον κ. Τσίπρα της ριζοσπαστικής ατζέντας του και η υιοθέτηση – με μισή καρδιά- των πολιτικών της λιτότητας και των μεταρρυθμίσεων που εφήρμοσαν οι προκάτοχοί του, τον κατέστησαν ως έναν αποδεκτό υποψήφιο να αναλάβει την ηγεσία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας».

«Ωστόσο αυτοί που δεν αποδέχονται να αποδώσουν στον κ. Τσίπρα αυτό τον ρόλο, βλέπουν πως υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα. Έπειτα από μια μεγάλη περίοδο αδιεξόδου, μια εκλογική διαδικασία θα πραγματοποιηθεί σε δύο γύρους το Νοέμβριο για να οριστεί ο νέος ηγέτης του κεντροαριστερού κόμματος. Δέκα υποψήφιοι κατέρχονται στην κούρσα, αλλά μόλις τέσσερις από αυτούς έχουν σοβαρές πιθανότητες να επικρατήσουν. Ήδη ορισμένοι προσβλέπουν στο να αντικατασταθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να γίνει το νέο κόμμα η αξιωματική αντιπολίτευση» τονίζει ο αρθρογράφος.

Ο ίδιος όμως κρίνει πως τέτοιες εκτιμήσεις είναι πολύ πρώιμες. «Παρά την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις, με σχεδόν όλες τις έρευνες να δείχνουν προβάδισμα της ΝΔ με διψήφια ποσοστά, λίγοι είναι αυτοί που αμφισβητούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει ως ένα από τα δύο κύρια κόμματα του πολιτικού συστήματος στις εκλογές του 2019» σημειώνει η WSJ που επικεντρώνει στις διαφωνίες που εκφράζονται αναφορικά με τον τρόπο που θα διεξαχθεί η ψηφοφορία για τον ηγέτη της κεντροαριστεράς.

Πέραν αυτού, ο ίδιος εκτιμά πως η πολιτική κατεύθυνση του νέου φορέα προς το παρόν είναι θολή. «Παρόλα αυτά ο κ. Τσίπρας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην κεντροαριστερά. Πολλές φορές τους τελευταίους μήνες απηύθυνε κάλεσμα στο ΠΑΣΟΚ να στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της Ελλάδας» σημειώνει χαρακτηριστικά και προσθέτει:

«Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας όμως γνωρίζει πολύ καλά πως το δηλητήριο που έριξε για κατά του κατεστημένου της κεντροαριστεράς για να το γκρεμίσει και η διχαστική του ρητορική που ήταν το σήμα – κατατεθέν του, τον άφησαν με πολύ λίγους φίλους στην κεντροαριστερά».

Πάντως, συνεχίζει ο αρθρογράφος, οι επιπτώσεις για την μεσοπρόθεσμη πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας θα μπορούσαν να ήταν αρκετά σοβαρές. «Ένα αντί – ΣΥΡΙΖΑ κόμμα της κεντροαριστεράς που θα μπορούσε να είναι το τρίτο μεγαλύτερο στο κοινοβούλιο θα μπορούσε να δώσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη μεγαλύτερη ασφάλεια. Το νέο κόμμα θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη ΝΔ ώστε να χτιστεί μια τεράστια πλειοψηφία που θα μπορούσε να δώσει στον κ. Μητσοτάκη τη δυναμική ώστε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας το 2020 και να αποτρέψει μια νέα εκλογική αναμέτρηση» υποστηρίζει.

Το κρίσιμο ερώτημα ωστόσο είναι εάν ο νέος ηγέτης της Κεντροαριστεράς θα μπορούσε να είναι μια αξιόπιστη δύναμη για το «χτύπημα» της διαφθοράς στην ελληνική δημόσια διοίκηση και να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την απελευθέρωση της ιδιωτικής οικονομίας από τον εκτεταμένο κανονιστικό έλεγχο του κράτους. Στη συνέχεια η WSJ θεωρεί πως οι δύο υποψήφιοι που είναι πιο κοντά σε αυτό τον στόχο είναι ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης και ο πρόεδρος του Ποταμιού –και υποψήφιος για την ΚεντροαριστεράΣταύρος Θεοδωράκης.

Σε κάθε περίπτωση, κανένας από τους υποψήφιους δεν έχει παραθέσει μια λεπτομερή πλατφόρμα πολιτικής. «Πολλές προκλήσεις θα μπορούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους μέχρι τον Νοέμβριο και κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί για την διατήρηση της ενότητας στο χώρο. Ωστόσο η Κεντροαριστερά τουλάχιστον προσπαθεί να δράσει ενιαία. Και ο κ. Τσίπρας παρακολουθεί με αγωνία…», καταλήγει η εφημερίδα.