Στην ατζέντα της οικονομίας και της καθημερινότητας, στα ανοικτά μέτωπα των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων αλλά και στην καθημερινή καθεστωτική αντίληψη που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση στρέφει την προσοχή της η Νέα Δημοκρατία μετά τη χθεσινή δοκιμασία στη Βουλή, σχετικά με το νομοσχέδιο για τη διόρθωση της ταυτότητας φύλου.

Παρά το γεγονός ότι είναι η κυβέρνηση που κατέγραψε σημαντικές απώλειες, καθώς όχι μόνον οι ΑΝΕΛ αλλά και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ψήφισαν, αλλά και το ότι καταγράφηκε, σαφώς, η πολιτική σκοπιμότητα του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα να αναζητήσει στο εν λόγω νομοσχέδιο ένα προοδευτικό άλλοθι στην ασκούμενη από τον ίδιο πολιτική, η πραγματικότητα είναι ότι και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποχώρησε μουδιασμένο από τη Βουλή.

Η φιλελεύθερη πτέρυγα είχε να λέει ότι χάθηκε μία ευκαιρία να αποδομηθεί η επιχειρηματολογία Τσίπρα και ότι, τελικά, το κόμμα βρέθηκε στα σκοινιά, αρνούμενο ψήφο. Δεν ήταν λίγοι, άλλωστε, οι βουλευτές όπως, ενδεικτικά, οι Κ.Αχ. Καραμανλής ή η Όλγα Κεφαλογιάννη (αμφότεροι σημείωσαν ότι η Ν.Δ. είναι φιλελεύθερη όχι μόνον στο οικονομικό αλλά και στο κοινωνικό πεδίο) που εξέφρασαν σαφή θέση υπέρ της ανάγκης να υπάρξει ρύθμιση, επικρίνοντας βεβαίως ως πρόχειρη και επικίνδυνη την κυβερνητική πρακτική.

Το παράδοξο είναι ότι προβληματισμό εξέφραζαν, από την πλευρά τους, και στελέχη της δεξιάς πτέρυγας, που ουσιαστικά δεν ήθελαν την ψήφιση της σχετικής διάταξης. Γι αυτούς ήταν μεν θετικό πως η Ν.Δ. καταψήφισε τη διάταξη, όπως είχε προτείνει στη συνεδρίαση των τομεαρχών ο Αδ. Γεωργιάδης και, για νομικούς λόγους, ο Μ. Βορίδης, πλην όμως θεωρούσαν ως προβληματικό ότι η Ν.Δ. ουσιαστικά εξέπεμψε το μήνυμα στα πιο συντηρητικά ακροατήρια ότι και η ίδια είναι σύμφωνη με τον πυρήνα της διάταξης, απλώς θα νομοθετούσε με διαφορετικό τρόπο.

Στον απόηχο της χθεσινής συνεδρίασης, βέβαια, η Νέα Δημοκρατία εμφανίστηκε και πάλι ως το μοναδικό κόμμα εξουσίας που έδωσε συντεταγμένα την κοινοβουλευτική μάχη και δεν κατέγραψε κάποια απώλεια. Μπορεί, συνεπώς, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα να επιλέξει, εφεξής, το μέτωπο της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και, φυσικά, να αναζητήσει τα επόμενα σημεία ισορροπίας σε θέματα που, ούτως ή άλλως, θα αναδείξουν τις όποιες διαφορές πολιτικής προσέγγισης στο εσωτερικό της.