Το γεγονός πως η επίσκεψη του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ έφερε και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα του χρέους είναι ένα από τα αδιαμφισβήτητα κέρδη του Μεγάρου Μαξίμου. Κυβερνητικά στελέχη τονίζουν πως το πρώτο βήμα έγινε από την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην έδρα του ΔΝΤ, το οποίο, μέσω της επικεφαλής του, δείχνει να είναι πιο φιλικό από ποτέ. Είναι η πρώτη φορά που στην Ηρώδου Αττικού βλέπουν ξεκάθαρα με θετικό μάτι την παραμονή του στο πρόγραμμα, ως μέσο πίεσης των Βρυξελλών για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους.

Αυτό έγινε φανερό και από τις δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού στο Ινστιτούτο Brookings προκαλώντας ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι αξιωματούχοι της ΕΕ εξακολουθούν να τονίζουν ότι η οποιαδήποτε μείωση του ελληνικού χρέους μπορεί να καταστεί δυνατή μετά τη λήξη του προγράμματος.

Το καλό σενάριο για τον κυβερνητικό συνασπισμό θέλει, πλέον τον Φεβρουάριο του 2018 το Ταμείο να ολοκληρώνει την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος και να αποφασίζει την παραμονή του με την προϋπόθεση να προσδιοριστούν τα μέτρα για την ελάφρυνση του μεσοπρόθεσμου χρέους. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, βέβαια η θετική οπτική της Κριστίν Λαγκάρντ, που στάθηκε στο γρήγορο κλείσιμο της αξιολόγησης και στη μη απαίτηση νέων μέτρων, να οφείλεται σε ένα «βελούδινο διαζύγιο» που επίκειται το επόμενο διάστημα με το ΔΝΤ να επιθυμεί να διατηρεί την αξιοπιστία του.

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ εκτιμήθηκαν ως την πρόθεση του νέου «πλανητάρχη» να ασκήσει τη επιρροή του στο θέμα του χρέους, ενώ σημαντική θεωρήθηκε και η συμμετοχή του Στίβεν Μνούτσιν στη διευρυμένη συνάντηση που ακολούθησε το τετ α τετ των δυο ηγετών. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ρεπορτάζ της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ πιθανώς να ζητήσουν να συγκληθεί το άτυπο συμβούλιο ενημέρωσης του

Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ – μετά το σχηματισμό κυβέρνησης στο Βερολίνο και υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει ολοκληρωθεί η γ΄ αξιολόγηση - και εκεί να πιέσουν για να τεθεί συγκεκριμένο χρονικό όριο σχετικά με τη λήψη αποφάσεων για το χρέος. Όπως αποκαλύπτεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού πριν οι αντιπροσωπείες συναντηθούν στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου του Λευκού Οίκου είχε προηγηθεί και τηλεφώνημα του Στίβεν Μνούτσιν προς την Κριστίν Λαγκάρντ για το ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και για τα αποτελέσματα της συνάντησης που είχε η Διευθύντρια του Ταμείου με τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο δρόμος , ωστόσο που έχει να διαβεί η κυβέρνηση μέχρι να ξεκινήσει η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους «δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα». Σε κάθε περίπτωση η ελληνική η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει γρήγορα και η οικονομία θα πρέπει να οδηγηθεί στην επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% το 2018, καθώς θα αποτελέσει το μέτρο για τη μείωση του χρέους.

Αν και είναι ακόμα πολύ νωρίς για εκτιμήσεις η μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του χρέους θα έχει τις βάσεις της στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μάιου του 2016 που αποκλείει ονομαστικά κουρέματα. Ο στόχος είναι να διευκολυνθεί η πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές για την αντικατάσταση χρέους που κατέχουν δημόσιοι φορείς από χρέος που θα έχουν ιδιώτες, να εξομαλυνθεί το προφίλ αποπληρωμών, να δοθούν κίνητρα για τη διαδικασία προσαρμογής της χώρας (και μετά το τέλος του προγράμματος του ESM) και να διασφαλιστεί η ευελιξία για την προσαρμογή στις αβέβαιες εξελίξεις που έχουν να κάνουν με την οικονομική ανάπτυξη και τα επιτόκια στο μέλλον. Τα μέτρα αυτά θα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:

- Την επιμήκυνση των δανείων που έχει διαθέσει ο ESM στην Ελλάδα.

- Την αξιοποίηση των κεφαλαίων που δεν χρησιμοποιήθηκαν στην ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, με στόχο να επαναγοραστούν υφιστάμενα δάνεια.

- Στην επιστροφή των κερδών του ευρωσυστήματος (SMP’s και ANFA’s) από τα ελληνικά ομόλογα, με στόχο να επαναγοραστούν υφιστάμενα δάνεια, όπως για παράδειγμα δάνεια του ΔΝΤ.