Eπί ποδός περίπου 5.000 ιδιοκτήτες και οδηγοί ταξί. Φωνάζοντας συνθήματα κατά της κυβέρνησης και του Γιάννη Ραγκούση διαδηλώνουν κατά της απελευθέρωσης του επαγγέλματός τους και έφτασαν πεζή με τις οικογένειές τους έξω από τη Βουλή όπου από τις 18:00 ο υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων Γιάννης Ραγκούσης ενημερώνει τον αρμόδιο Κοινοβουλευτικό Τομέα Ελέγχου του ΠΑΣΟΚ. Ψήφισμα με τα αιτήματα των αυτοκινητιστών παρέδωσε στα κόμματα αντιπροσωπεία των συνδικαλιστών των οδηγών.


Στην κινητοποίηση αυτή μετέχουν αυτοκινητιστές από όλη την Ελλάδα, από την Κρήτη έως την Κέρκυρα και από τη Βόρεια Ελλάδα μέχρι την Καλαμάτα.  «Είμαστε πολλοί, είμαστε ενωμένοι και θα νικήσουμε», είπε ο Θύμιος Λυμπερόπουλος στους συγκεντρωμένους.

Κλειστή η κάθοδος της Πατησίων από Ιουλιανού, η κάθοδος της βασ. Σοφίας από Σέκερη, η άνοδος της Λ. Συγγρού από Διάκου. Επίσης, η Ακαδημίας από Κανάρη, η Σταδίου από Αιόλου και η βασ. Αμαλίας από Συγγρού.

Με το ΠΑΣΟΚ για ακόμη μία φορά να σπάει σε δύο κομμάτια όλα δείχνουν ότι απόψε το ΚΤΕ δε θα είναι... περίπατος για τον κ. Ραγκούση.

Με το κλίμα φορτισμένο από το πρώτο κιόλας λεπτό ο κ κ. Ραγκούσης μπαίνοντας στην αίθουσα του ΚΤΕ χαιρέτισε δια χειραψίας όλους τους βουλευτές. Η Τόνια Αντωνίου, μία από τους πιο σφοδρούς επικριτές του υπουργού αφότου τη χαιρέτισε ψιθύρισε.. «στο πολιτικό συμβούλιο δεν μας χαιρετούσε, τώρα το θυμήθηκε;».

Ήδη από το πρωί άρχισαν τα όργανα με το βουλευτή Λακωνίας, Λεωνίδα Γρηγοράκο, να εξαπολύει κατά μέτωπο επίθεση στον Γιάννη Ραγκούση σε συνέντευξή του στο Βήμαfm προτρέποντας τον υπουργό να αναλάβει τις ευθύνες του, ακόμη και υποβάλλοντας την παραίτησή του.

Η απάντηση του κ. Ραγκούση ήταν άμεση. «Ο κ. Γρηγοράκος ζητά την παραίτηση μέλους της κυβέρνησης που προωθεί την εφαρμογή ενός Νόμου, που και ο ίδιος ο βουλευτής ψήφισε πριν από 4 μόλις μήνες, και σύμφωνα με τον οποίο συντελέστηκε η απελευθέρωση όλων των επαγγελμάτων από τις 2 Ιουλίου», δήλωσε ο υπουργός και διερωτάται «Θα προχωρήσουμε αποφασιστικά στις αλλαγές που έχει ανάγκη ο τόπος, και ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για την εφαρμογή ενός νόμου που έχουμε ήδη ψηφίσει και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ή θα υποταχθούμε στο φόβο του μικροπολιτικού κόστους και στα επιμέρους συμφέροντα συντεχνιών;»