Πρόταση που θα εμπεριέχει τον όρο «Μακεδονία» ως τμήμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ «φωτογραφίζει» ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς, ενόψει των διαπραγματεύσεων για το Σκοπιανό που ξεκινούν αύριο, Τετάρτη στη Νέα Υόρκη.

Μιλώντας στον ΑΝΤ1, ο κ. Νίμιτς σημείωσε πως «εάν περιμένουμε κι άλλα 25 χρόνια το πρόβλημα θα γίνει χειρότερο» ενώ ερωτηθείς αν η πρόταση που θα καταθέσει για το ονοματολογικό θα είναι νέα, σημειώνει:

«Είναι μια νέα πρόταση, διότι είναι μια νέα συγκυρία και κάποιες από τις ιδέες έχουν  συζητηθεί για πολλά χρόνια. Είπα σε μια συνέντευξή πριν μερικές εβδομάδες ότι δεν  υπάρχει μαγική λύση εδώ. Ουδείς πρόκειται να ανακαλύψει κάτι απολύτως νέο. Αν υπήρχε κάτι απολύτως νέο θα το είχαμε ανακαλύψει τα τελευταία 25 χρόνια. Οι άνθρωποι στην Αθήνα, στα Σκόπια στον ΟΗΕ δεν είναι ανόητοι. Οπότε είναι ένας συνδυασμός. Αλλά νομίζω ότι στις παρούσες συνθήκες, θα αναζητήσουμε διαφορετικές λύσεις με έναν νέο τρόπο. Κι αυτό προσπαθώ να κάνω»

Και ο κ. Νίμιτς προσθέτει: «Πάνω από 100 χώρες αναγνωρίζουν το κράτος ως “Ρεπούμπλικα Μακεντόνια”, οπότε έχει τον όρο “Μακεδονία” στο όνομα για τις περισσότερες χώρες, οπότε το όνομα “Μακεδονία” είναι συνδεδεμένο με αυτή τη χώρα και νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε μια λύση που θα πληροί τις ελληνικές προϋποθέσεις και επίσης θα ικανοποιεί το λαό στον βόρειο γείτονα».

«Θεωρώ ότι στην Ελλάδα υπάρχει το σκεπτικό ότι η χώρα πρέπει να παίξει πιο σημαντικό ρόλο στην περιοχή και ότι τώρα που τελείωσε η οικονομική κρίση πολλοί περιμένουν από την Ελλάδα να παίξει αυτό τον ρόλο. Ένας από τους τρόπους για να γίνει αυτό είναι να λύσουν το πρόβλημα με το βόρειο γείτονά τους» συνεχίζει ο κ. Νίμιτς και τονίζει:

«Στα Σκόπια από την άλλη, υπάρχει το  σκεπτικό ότι κάποιες από τις ιδέες του παρελθόντος δεν ήταν απαραίτητα ευνοϊκές, ότι ήρθε η ώρα να λυθεί το θέμα και να ασχοληθούν με την ευρωπαϊκή και τη βορειοατλαντική πορεία της χώρας. Ελπίζω να μελετήσουν τις ιδέες μου προσεκτικά, με ανοικτό μυαλό και να υιοθετήσουν θετική προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος». 

Η Ελλάδα, όπως είπε, καλείται να παίξει πιο σημαντικό ρόλο στην ταραγμένη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, ενώ η ΠΓΔΜ προσβλέπει σε μια ευρωπαϊκή και βορειοατλαντική πορεία της χώρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, «κανείς δεν κέρδισε τίποτα τα 25 χρόνια που πέρασαν χωρίς να βρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση».

Με τη συνέντευξή του, ο κ. Νίμιτς ουσιαστικά κηρύσσει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το ονοματολογικό. Η συνάντηση της Τετάρτης, με τους διαπραγματευτές της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ -πρέσβεις Αδαμάντιο Βασιλάκη και Βάσκο Ναουμόφσκι- αναμένεται να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τη διαδικασία, καθώς τότε θα παρουσιαστούν συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση της ονοματολογικής διαφοράς.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι απευθείας επαφές ανάμεσα στους δύο υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και ΠΓΔΜ Νίκο Κοτζιά και Νίκολα Ντιμιτρόφ, αναμένεται να επαναληφθεί στις αρχές Φεβρουαρίου, με σκοπό να «ξεμπλοκάρει» τη διαδικασία όποτε αυτή αντιμετωπίζει προβλήματα.

Εν ολίγοις, οι κ. Κοτζιάς και Ντιμιτρόφ εκτιμούν ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου και επιθυμούν να υπάρχει πρόταση για το όνομα το αργότερο έως τον Απρίλιο (ει δυνατόν ακόμη και πριν από το Πάσχα), χρονοδιάγραμμα το οποίο έθεσε δημοσίως και ο, προερχόμενος από την αλβανική μειονότητα, αναπληρωτής πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ Μπουγιάρ Οσμάνι.

Ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ είναι ένθερμος υπέρ μιας συνάντησης με τον κ. Τσίπρα. Ωστόσο στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμάται ότι μια τέτοια συνάντηση δεν θα πρέπει να έχει χαρακτήρα δημοσίων σχέσεων, αλλά ουσιαστικό. Ως εκ τούτου, δίχως πρόταση στο τραπέζι επί της οποίας να υπάρχει συμφωνία και από τις δύο πλευρές, μια συνάντηση κρίνεται κάπως παρακινδυνευμένη, σύμφωνα πάντα με την οπτική γωνία της κυβέρνησης. Τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου όσο και στο υπουργείο Εξωτερικών επιθυμούν να αποφύγουν την επικοινωνιακή «έκρηξη» αισιοδοξίας και παραπέμπουν στο προηγούμενο της υπερβολικά θετικής ατμόσφαιρας, η οποία είχε καλλιεργηθεί και πριν από τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, το οποίο, όμως, «ναυάγησε» τον περασμένο Ιούλιο στην Ελβετία.

Το δημοσίευμα εκτιμά ότι εκείνο που κατά βάση ανησυχεί την Αθήνα είναι πιθανή υπαναχώρηση της τελευταίας στιγμής για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην ΠΓΔΜ. Εμπειροι παρατηρητές ανέφεραν, μάλιστα, ότι έως τώρα υπάρχει μια εξαιρετικά εντυπωσιακή ρητορική δέσμευση, αλλά καμία πρακτική χειρονομία. Η πρόσφατη ψηφοφορία στη Βουλή της ΠΓΔΜ, για την καθιέρωση της αλβανικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας στη γειτονική χώρα, θεωρείται από τους διεθνείς παρατηρητές ως ένα θετικό προηγούμενο. Η κυβέρνηση Ζάεφ έχει οριακή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (το οποίο έχει συνολικά 120 έδρες), αλλά η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία στηρίχθηκε από 69, προσθέτοντας, δηλαδή, τους εκπροσώπους και των αλβανικών κομμάτων που δεν συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Για την Αθήνα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να φανεί αν η κυβέρνηση Ζάεφ είναι ικανή να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να κατοχυρώσει ότι η αλβανική γλώσσα θα παραμείνει ως δεύτερη επίσημη της ΠΓΔΜ, ακόμη και αν στα Σκόπια αλλάξει κυβέρνηση. Τονίζεται ότι κατά την ψηφοφορία, το VMRO-PDMNE κατήγγειλε την κυβέρνηση Ζάεφ για τη νομοθετική πρωτοβουλία της, που, μεταξύ άλλων, επρόκειτο και για συμβατική υποχρέωση στο πλαίσιο της διατήρησης της ΠΓΔΜ σε ευρωπαϊκή τροχιά. Η δυνατότητα της κυβέρνησης Ζάεφ να αλλάξει το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ θεωρείται κρίσιμη από την Αθήνα για την πιθανή πορεία των διαπραγματεύσεων, εφόσον τελικά υπάρξει συμφωνία για το ονοματολογικό. Εν ολίγοις, για την Αθήνα θεωρείται κρίσιμο να φανεί εάν οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις της ΠΓΔΜ συμφωνούν μεταξύ τους. Στα θετικά της τρέχουσας συγκυρίας εγγράφεται και η εξαιρετικά εποικοδομητική στάση των αλβανικών κομμάτων και ιδιαίτερα του κ. Οσμάνι, ο οποίος είναι αρκετά δραστήριος.