Χωρίς να μιλήσουν οι ίδιοι, Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς χάραξαν την «κόκκινη» γραμμή της Νέας Δημοκρατίας για το ονοματολογικό της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Με τις διαδοχικές τους συναντήσεις με τις οργανώσεις των μακεδόνων της διασποράς, οι δύο πρώην Πρωθυπουργοί – έστω και σε εμφανώς διαφορετικό μήκος κύματος – ουσιαστικά έκλεισαν κάθε σενάριο συναίνεσης της Ν.Δ. και μάλιστα τη στιγμή που μόλις ξεκινούσε ο νέος κύκλος επαφών μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων υπό τον Μάθιου Νιμιτς στη Νέα Υόρκη.

Ταυτόχρονα, βέβαια, αποτυπώθηκαν και οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του κόμματος.

Ο μεν κ. Καραμανλής φέρεται, σύμφωνα με τις δηλώσεις των επικεφαλής των παμμακεδονικών οργανώσεων, να επεσήμανε ότι «δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος», θέτοντας έτσι επί τάπητος όχι μόνον το ζήτημα της σύνθετης ονομασίας erga omnes αλλά και την ανάγκη να απαντηθεί η αλυτρωτική προπαγάνδρα των Σκοπίων.

Ο δε κ. Σαμαράς εμφανίστηκε, μέσω της απόλυτης ικανοποίησης που εξέφρασαν οι ίδιες οργανώσεις, να συμμερίζεται τη θέση τους για μη χρήση του όρου «Μακεδονία» στην ονομασία των Σκοπίων, προσεγγίζοντας έτσι τη θέση του Συμβουλίου Αρχηγών του 1992.

Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις διαφορετικές θέσεις, οι δύο πρώην Πρωθυπουργοί, με τις έμμεσες παρεμβάσεις τους, ουσιαστικά αποτύπωσαν το εύρος των θεμάτων που θα πρέπει να επιλυθούν προκειμένου η Ν.Δ. να συναινέσει σε μία λύση της διαφοράς με τη γείτονα. Και, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για δύο πολιτικούς που, περισσότερο ή λιγότερο, αφουγκράζονται το «κοινό αίσθημα».

Η θέση του Κ. Μητσοτάκη

Ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης είχε, εξάλλου, σπεύσει εδώ και ημέρες να προσθέσει μία ακόμη προϋπόθεση για την επίλυση του προβλήματος: όχι μόνον την υιοθέτηση μίας ονομασίας σύνθετης έναντι όλων που θα στηρίζεται και από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους αλλά και ουσιαστική πρόοδο, μέσω ξεχωριστής διμερούς συμφωνίας, στο ζήτημα της αλυτρωτικής προπαγάνδας και των αναφορών στο Σύνταγμα και τα σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ περί «μακεδονικού έθνους» και «Μακεδονίας του Αιγαίου».

Υπό την έννοια αυτή, οι «κινήσεις» των δύο πρώην Πρωθυπουργών έρχονται, παρά τις αποστάσεις των «θέσεών» τους, να προσθέσουν και όχι να αφαιρέσουν από την προσπάθεια Μητσοτάκη. και επί της ουσίας, να λειτουργήσουν συσπειρωτικά για τη Ν.Δ. προς μία πιο πατριωτική θέση.

Υπό την έννοια αυτή, η επίτευξη μίας συμφωνίας που θα έχει, παράλληλα, και την συναίνεση της αντιπολίτευσης μοιάζει να απομακρύνεται. Εκτός κι αν η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επιτύχει όχι μόνον να εξασφαλίσει μία καλή συμφωνία για την Ελλάδα αλλά αυτή η συμφωνία να στηριχθεί και από την πλευρά των Σκοπίων. Πράγμα δύσκολο...