Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αυξημένη ένταση στο Αιγαίο μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας. Αυτή αποτυπώθηκε και κατά την ιστορική επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα, πριν από λίγους μήνες, με τις δηλώσεις του για τη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά και τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Μπιναλί Γιλντιρίν, σε παράλληλο χρόνο με την επίσκεψη από το βήμα του τουρκικού κοινοβουλίου, για το «γκρίζο καθεστώς στο Αιγαίο» εξαιτίας της «παράνομης» κατοχής από την πλευρά της Ελλάδας 18 νησιών του Αιγαίου, όπως χαρακτηριστικά είπε.

Αποτυπώθηκε στην απάντηση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου για τη μη έκδοση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που κατηγορούνται για συμμετοχή στο αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία «θα επανεξεταστούν οι διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα».

Αποτυπώθηκε επίσης, στην παρεμπόδιση από τουρκικά πολεμικά του πλωτού γεωτρύπανου SAIPEM 12000 της ιταλικής εταιρείας ΕΝΙ να φτάσει στο σημείο των ερευνών υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ

Η ένταση αυτή κλιμακώθηκε, όταν το βράδυ της 12ης Φεβρουαρίου, όπως επισημάνθηκε στην ανακοίνωση του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής «στη θαλάσσια περιοχή ανατολικά των Ιμίων εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, τουρκική ακταιωρός, πραγματοποίησε επικίνδυνους ελιγμούς κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων Αποφυγής Συγκρούσεων και προσέκρουσε στην πρυμναία αριστερή πλευρά του Πλοίου Ανοικτής Θαλάσσης «090» του Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής Ακτοφυλακής το οποίο εκτελούσε διατεταγμένη περιπολία στην περιοχή. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν υλικές ζημιές, χωρίς ωστόσο να υπάρξει τραυματισμός μέλους πληρώματος. Το εν λόγω πλοίο αποκτήθηκε με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την επιτήρηση των θαλασσίων ελληνικών και ευρωπαϊκών συνόρων.». Αμέσως μετά, ακολούθησε ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, που αποκαλούσε τα Ίμια μέρος της τουρκικής επικράτειας, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απευθυνόμενος στην κοινοβουλευτική του ομάδα προκλητικά ανέφερε ότι «ό,τι είναι για μας το Αφρίν, είναι και το Αιγαίο και η Κύπρος. Θα εξευτελιστούν. Η Τουρκία θα διαφυλάξει όλα τα δικαιώματά της που πηγάζουν από τις διεθνείς συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο.». 

Η ένταση στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Ούτε οι τουρκικές προκλήσεις είναι κάτι πρωτόγνωρο. Μεμονωμένα τα γεγονότα θα αποτελούσαν όψεις της ελληνοτουρκικής καθημερινότητας. Η χρονική τους απόσταση, ωστόσο, και η επιθετική πολιτική που εκδηλώνουν δείχνουν ότι υπάρχει επιδίωξη από την πλευρά της Τουρκίας να επισημάνει ότι είναι έτοιμη για όλα τόσο απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, όσο και απέναντι στις ΗΠΑ, ύστερα από τη στήριξη που έδωσαν στους Κούρδους της Συρίας.

Η Τουρκία, μετά την απομάκρυνσή της από την κατεύθυνση του κράτους δικαίου στο εσωτερικό της, φτάνει τώρα στο σημείο με τις ενέργειές της να αμφισβητεί το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες, αδιαφορώντας εντελώς για το γεγονός ότι αποτελεί μια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση χώρα.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπάρχει άμεση ανάγκη η Ελλάδα να σχεδιάσει εκ νέου την πολιτική της στα ελληνοτουρκικά.

Απαιτείται, ωστόσο, αυτή η πολιτική να είναι εθνική. Όχι απλώς, γιατί, αποτελεί ένα μείζον εθνικό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά κυρίως, γιατί όλες αυτές οι εξελίξεις συνηγορούν στο ότι η Τουρκία επιθυμεί να δημιουργήσει μια κρίση στο Αιγαίο εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι η θαλάσσια περιοχή είναι αμφισβητούμενης κυριαρχίας και απέναντι σε αυτό το σχέδιο, εμείς πρέπει να έχουμε ενιαίο λόγο. Στην κατεύθυνση αυτή, οφείλει η κυβέρνηση να κινητοποιηθεί ενεργά.

Αρχικά, να επιδιώξει σαφώς και όπως το Σύνταγμα προβλέπει την εθνική συνεννόηση και αμέσως μετά, να αναλάβει πρωτοβουλίες στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Να φέρει το θέμα στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και να ενημερώσει όλους τους άλλους διεθνείς οργανισμούς, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ και άλλες κυβερνήσεις. Οι στιγμές απαιτούν ψυχραιμία, σύνεση και σοβαρότητα. 

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης