Ανεξάρτητα από την, αναμενόμενη, έκβαση της μαραθώνιας συνεδρίασης της Βουλής για την υπόθεση Novartis, η κυβέρνηση έχει ήδη «κερδίσει» τη μάχη.

Έστω κι αν αυτή η, πρόσκαιρη, νίκη αποτελεί νάρκη για τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος και, τελικά, πριονίζει το θεσμικό κλαδί πάνω στο οποίο και η ίδια κάθεται.

Η κυβέρνηση του κ. Αλέξη Τσίπρα έχει ήδη «κερδίσει» με όρους καφενείου και... καρναβαλιού. Το άρμα που παρέλασε στο καρναβάλι του Ρεθύμνου γεμάτο με... «Αβραμοξιλ, Λοβερδεν, Αδωνίνη, Βενιζελίνη» και διάφορα άλλα ευφάνταστα είναι αυτό που, ακριβώς, επιδιώκει ο κυβερνητικός συνασπισμός. Μία νέα τομή στο πολιτικό σύστημα, μετά την κατάρρευση των προηγούμενων δύο: Από το μνημόνιο – αντιμνημόνιο του Ιανουαρίου 2015, και αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε ο πιο συνεπής φορέας των μνημονιακών πολιτικών, περάσαμε στο «παλαιό – νέο», και αφού πέρασε και αυτό, στο «καθαροί – διεφθαρμένοι».

Οι έρευνες της δικαιοσύνης για το ζήτημα της Novartis, προφανώς, θα πρέπει να συνεχιστούν. Για να κατονομαστούν, με στοιχεία, φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί, εμπλεκόμενοι σε δωροδοκίες και δωροληψίες. Κι αν αποδειχθεί εμπλοκή πολιτικών, προφανώς όχι μόνον να καταδικαστούν πολιτικά αλλά και να δικαστούν.

Αυτό, όμως, δεν ενδιαφέρει την κυβέρνηση. Της αρκεί το δίπολο «καθαροί – διεφθαρμένοι». Έστω και χωρίς αποδείξεις. Με αυτό θα πορευθεί στους μήνες που απομένουν μέχρι τις εκλογές. Αν καταφέρει, δε, ο κ. Τσίπρας να έχει και μία (σχεδόν) «καθαρή» έξοδο από το μνημόνιο, θα παίξει το εκλογικό του χαρτί. Όχι για να κερδίσει αλλά για να μην χάσει πολύ. Άλλωστε, γνωρίζει ότι οι μεθεπόμενες εκλογές θα πραγματοποιηθούν, πιθανότατα, με απλή αναλογική και, συνεπώς, θα έχει την ευκαιρία να παραμείνει κεντρικός παράγοντας στο πολιτικό σκηνικό.

O ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε, πριν το 2015, τις «πλατείες» της συλλήβδην απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού. Και, τώρα, επιχειρεί μία αναβίωση του ίδιου σκηνικού. Όχι σε πλατείες, βέβαια, προς τις οποίες απέκτησε δυσανεξία αλλά στα «καφενεία». Το ανέφερε, άλλωστε, και ο ίδιος ο Παύλος Πολάκης:

«Επειδή εγώ κυκλοφορώ πολύ και σε καφενεία και σε πλατείες, τρεις κουβέντες ακούω: Θα πάει κανένας φυλακή; Μην κάνετε πίσω! Και τρίτον προσέχετε. Αυτές τις κουβέντες ακούω...».

Βέβαια, ο αναπληρωτής Υπουργός Υγείας αντί στοιχείων που θα οδηγήσουν τους υπευθύνους στη... φυλακή, περιορίστηκε σε αναφορές – στατιστικού χαρακτήρα – για την όντως αυξημένη φαρμακευτική και υγειονομική δαπάνη στη χώρα μας ξεκινώντας από το... 1991. Το ίδιο έπραξε, αργότερα, και ο Πρωθυπουργός. Αν όχι στοιχεία, ούτε αποχρώσες ενδείξεις δεν περιελάμβανε η ομιλία του για το θέμα. Θέμα που δεν αφορούσε την πολιτική ευθύνη εν γένει για την εκτόξευση των δαπανών υγείας και την, και εξ αυτής, κατάρρευση της χώρας αλλά για την παραπομπή 10 πολιτικών στελεχών σε ανάκριση.

Αλλά, όπως ειπώθηκε, ο Πρωθυπουργός θεωρεί ότι κέρδισε σε αυτή τη μάχη. Κέρδισε τα καφενεία, αδιαφορώντας αν με τις επιλογές του το μόνον που κάνει είναι να επανατροφοδοτεί τον κυνισμό και την οργή της «πλατείας», που, καθώς είναι ο ίδιος που πλέον κυβερνά, είναι ζήτημα χρόνου να στραφεί εναντίον του.

Το μόνον που «χάλασε» τον κυβερνητικό σχεδιασμό ήταν ένας μη κατ' επάγγελμα πολιτικός.

Στο Μαξίμου ανέμεναν την υψηλών τόνων και πλούσια στοιχείων ομιλία του Άδωνι Γεωργιάδη. Ανέμεναν την ισοπεδωτική και ενωτική προς την αντιπολίτευση, θεσμικού χαρακτήρα, ομιλία Βενιζέλου που ζήτησε εκλογές. Ανέμεναν, τέλος, ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα ήταν εξαιρετικά αιχμηρός, μετωπικός και με ρόλο κατηγόρου, αντί προφανώς απολογούμενου.

Αυτό που δεν ανέμεναν ήταν το 73χρονο Παναγιώτη Πικραμμένο, Πρωθυπουργό της χώρας την κρίσιμη περίοδο μεταξύ 16 Μαϊου - 20 Ιουνίου 2012. Έναν δικαστικό που επελέγη από τους πολιτικούς αρχηγούς για να διασφαλίσει ότι η χώρα θα οδηγηθεί σε επαναληπτικές εκλογές, χωρίς προηγουμένως να πέσει στα βράχια. Υπηρεσιακός πρωθυπουργός για... ολόκληρες 34 ημέρες, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν οι πολίτες θυμούνται έστω (αν και θα έπρεπε) τη θητεία του.

Η γεμάτη βουβή οργή και συγκίνηση ομιλία του, η απόφασή του να τιμήσει τη διαδικασία παρά την πικρία του, σημάδεψαν τη χθεσινή συζήτηση. Οι λίγοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που έσπασαν την κομματική γραμμή, επιλέγοντας να μην παραπέμψουν τον κ. Πικραμμένο (αλλά και τον Μ. Σαλμά), δεν αρκούν για να σώσουν τα προσχήματα.