Ενώ η κοινή γνώμη παρακολουθεί με ανάμεικτα αισθήματα το «σκάνδαλο Novartis», ίσως η επικαιρότητα βοηθάει να αναδειχτεί το μεγάλο σκάνδαλο της φαρμακευτικής δαπάνης που λίγοι γνωρίζουν και για το οποίο ακόμα λιγότεροι ομιλούν.

Ορισμένες αλήθειες (κάποιες πικρές):

Μεταξύ 2000 και 2009 η αποζημιούμενη από τα Ταμεία εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη ανέβηκε από 1, 278 δις στα 5.108 δις ευρώ. Η αύξηση αυτή εξελίχθηκε με ρυθμούς από 12% έως 22% κατ’ έτος όταν ο αντίστοιχος μ.ό. στις χώρες  του ΟΟΣΑ ήταν περίπου 3.8%.

Πέρα από τις προφανείς υπερβολές που οδήγησαν στο «πάρτι» των τελευταίων χρόνων της εξεταζόμενης περιόδου, στην αύξηση της δαπάνης συνέβαλαν επίσης δύο γεγονότα: η είσοδος στην ελληνική αγορά νεότερων και ακριβότερων φαρμακευτικών θεραπειών και η ασφαλιστική κάλυψη ευρύτερων στρωμάτων του πληθισμού.

Αν συνυπολογιστούν τα παραπάνω στοιχεία, η συνολική υπέρβαση της περιόδου 2000 – 2009 (μετά η δαπάνη ελέγχεται από την τρόϊκα) κατά την οποία ξοδεύτηκαν συνολικά 29 δις ευρώ, δεν ξεπερνά κατά τις πιο ψύχραιμες εκτιμήσεις τα 7 με 8 δις ευρώ. Το ποσόν αυτό φορτώθηκε καθ’ υπερβολή ο προϋπολογισμός. Τα υπόλοιπα (23 δις κλπ) που ακούγονται και από επίσημα χείλη είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αθεμελίωτες ή ανόητες υπερβολές .

Μεταξύ 2009 και 2017 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε σταδιακά κατά 62% (από 5.108 σε 1.945). Αυτό οφείλεται κυρίως στα δημοσιονομικά μέτρα της τρόϊκα και σε πολιτικές που επικεντρώθηκαν στη μείωση των τιμών των φαρμάκων. Συνέβαλε επίσης δραστικά η πολιτική εφαρμογής κανόνων, μειώσεων και αντικειμενικών ρυθμίσεων στις τιμές που καθιέρωσε η κυβέρνηση το 2011 (Λοβέρδος -Δημόπουλος): Συγκέντρωση ευθύνηςτης φαρμακευτικής πολιτικής στο Υπ. Υγείας, ίδρυση ΕΟΠΥΥ, λίστα φαρμάκων που αποζημιώνονται από τα ασφαλιστικά ταμεία, ηλεκτρονική συνταγογράφηση κλπ.

Έκτοτε οι τιμές στα φάρμακα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα καθορίζονται από τον ΕΟΦ σε συνεργασία με ειδική «Επιτροπή Τιμών» στην οποία συμμετέχουν 11 τακτικά και 11 αναπληρωματικά μέλη, ειδικοί επιστήμονες από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Οι τιμές διαμορφώνονται μετά από έρευνα του ΕΟΦ στην αγορά 28 ευρωπαϊκών χωρών και με βάση τις τρείς χαμηλότερες τιμές με τις οποίες κυκλοφορεί κάθε φάρμακο στις χώρες αυτές. Από το 2012 απαγορεύεται αύξηση της τιμής ενός φαρμάκου έστω και αν η η τιμή του ανέβηκε στις ευρωπαϊκές χώρες αναφοράς.

Την περίοδο 2009 – 2914 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά και επέστρεψε στο επίπεδο του 2003. Αυτό δεν επετεύχθη με διαρθρωτικά μέτρα. Έγινε εφικτό κυρίως με τη σημαντική μείωση των τιμών των φαρμάκων και το αναγκαστικό πλαφόν της σχετικής δαπάνης.

Το περίεργο είναι ότι στα περιοριστικά αυτά μέτρα όλες οι κυβερνήσεις της περιόδου των μνημονίων έως σήμερα ακολουθούν τυφλά τις εντολές της τρόικα και δεν αρκέστηκαν στις οδηγίες της για τα δημοσιονομικά μέτρα περιορισμού της δαπάνης. Άφησαν δηλαδή τους εκπροσώπους των δανειστών να εφαρμόσουν - πέρα από δημοσιονομική - και φαρμακευτική πολιτική, αν και αυτό αποτελεί εθνική αρμοδιότητα. Αυτό οδήγησε σε πολιτικές και πρακτικές που «εντελώς τυχαία» λειτούργησαν στην προνομιακή μεταχείριση των εισαγωγών σε βάρος των παραγόμενων στην Ελλάδα φαρμάκων.

Αποτέλεσμα: H μείωση των τιμών υπήρξε άνιση, ίσως και καταχρηστική, εις βάρος της εθνικής παραγωγής. Οι τιμές των  γενόσημων φαρμάκων (που αποτελούν την κύρια ελληνική παραγωγή) μειώθηκαν κατά 67% τη μνημονιακή περίοδο και των παλαιών εισαγόμενων φαρμάκων που έχασαν την πατέντα τους κατά 50%. Αντίστοιχα την ίδια περίοδο οι τιμές των εισαγόμενων νέων  φαρμάκων μειώθηκαν κατά 33% και αυτές των φαρμάκων «υψηλού κόστους» μειώθηκαν κατά 26%.

Η διείσδυση των οικονομικών γενοσήμων (με άλλα λόγια των ελληνικών φαρμάκων) παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλή. Κυμαίνεται μεταξύ 20 και 22% της αποζημιούμενης δαπάνης, με το 80% να καλύπτεται από ακριβές ή πολύ ακριβές εισαγωγές. Και όμως: Η τρόϊκα είχε θέσει ως προαπαιτούμενο την αύξηση της συμμετοχής των οικονομικών γενοσήμων σε ποσοστά άνω του 50% της δαπάνης, όπως συμβαίνει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες όπου τα γενόσημα λειτουργούν ως εξισορροπητικός παράγοντας της αγοράς. Οι ελληνικές βιομηχανίες πιστεύουν μάλιστα ότι μπορούν να καλύψουν τον πληθυσμό με φτηνό ποιοτικό φάρμακο σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των αναγκών. ( το ελληνικό φάρμακο αποτελεί το δεύτερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας)

Τη φαρμακευτική δαπάνη μείωσαν επίσης τα περίφημα clawback  και τα rebates, δηλαδή οι υποχρεωτικές επιστροφές της βιομηχανίας στον ΕΟΠΥΥ λόγω τζίρου. Οι επιστροφές αυτές το 2017 πλησιάζουν το 1 δις. Τι σημαίνει αυτό; Απλά, ότι το πλαφόν της δαπάνης των 2 δις ξεπερνιέται από τις ανάγκες των ασθενών (ή την υπερσυνταγογράφηση) και την υπέρβαση αυτή καλούνται να την πληρώσουν αναλογικά όλες οι φαρμακοβιομηχανίες, ανεξάρτητα αν ευθύνονται ή όχι για την υπέρβαση. Ένα στα τρία φάρμακα διατίθενται δωρεάν από τη βιομηχανία. Αυτό είναι θηλιά στο λαιμό των ελληνικών επιχειρήσεων που δεν ευθύνονται για τις υπερβάσεις των ακριβών εισαγωγών.

Η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν μείωσε την κατά κεφαλήν ιδιωτική κατανάλωση εξ’ αιτίας κυρίως  της πολυφαρμακίας. Παρά τη μείωση του εισοδήματος των ελλήνων η δαπάνη σε φάρμακα παρέμεινε ιδιαίτερα υψηλή. Είμαστε η 3η χώρα στον ΟΟΣΑ με 468 ευρώ κατά κεφαλήν δαπάνη σε φάρμακα (στοιχεία 2014). Καταναλώνουμε 50% περισσότερα φάρμακα από τον μ.ό των χωρών του ΟΟΣΑ.

Στην Ελλάδα εκδίδονται κάθε μήνα 6 με 6,5 εκατομύρια συνταγές. Έχουμε 98 φαρμακεία σε 100.000 κατοίκους (κάθε 1.000 ένα φαρμακείο). Στην Ευρώπη των 28 δραστηριοποιούνται 31 φαρμακεία κάθε 100.000 κατοίκους)

Στο «δια ταύτα». Στην Ελλάδα δεν σκεφτόμαστε ελληνικά και δεν σκεφτόμαστε ορθολογικά. Οι ευθύνες της πολιτικής τάξης είναι μεγάλες. Δεν θέλησαν να προχωρήσουν διαχρονικά στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εξορθολογίσουν το σύστημα. Αντιμετωπίζουν τη φαρμακευτική δαπάνη δημοσιονομικά και όχι αναπτυξιακά. Συγκυριακά και όχι ως μακροπρόθεσμη πολιτική. Των ευθυνών όμως δεν αποκλείονται και οι ίδιοι οι επαγγελματίες υγείας πολλοί από τους οποίους έχουν συνηθίσει να συνταγογραφούν και να πωλούν ακριβό φάρμακο. Χωρίς διαρθρωτικά μέτρα και κίνητρα, πολλοί έχουν συμφέρον να διακινούν ακριβό φάρμακο. (Kαι όλοι εμείς επίσης, που με το πρώτο κρυολόγημα σπεύδουμε να ζητήσουμε ακριβό αντιβιοτικό…)

Το σκάνδαλο του φαρμάκου είναι μεγαλύτερο από το σκάνδαλο της Novartis