Οι αγορές εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη έχουν υποστεί έναν ριζικό μετασχηματισμό, τόσο εξαιτίας των δημογραφικών και δημοσιονομικών εξελίξεων σε επίπεδο κρατών όσο και εξαιτίας της ψηφιοποίησης που σε παγκόσμια κλίμακα αναμορφώνει το εργασιακό περιβάλλον, παρέχοντας νέες δυνατότητες αλλά και θέτοντας νέες προκλήσεις. Τα αιτήματα για ίσες ευκαιρίες για όλους στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας, για την καταπολέμηση της ανεργίας, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού, για ποιοτικές θέσεις και συνθήκες εργασίας, για έντιμη διευθέτηση μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας, για καλύτερη εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση αλλά και για ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής τίθενται τα τελευταία χρόνια από την πλευρά των εργαζομένων όλο και πιο έντονα.

Η κρίση που ταλάνισε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης αντίληψης σύμφωνα με την οποία η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ανάγεται σε κυρίαρχη αξία σε βάρος των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στην ελληνική περίπτωση αυτή η αντίληψη έγινε κεντρικό αφήγημα της τρόικας/θεσμών. Προωθήθηκαν πολιτικές εργασιακών σχέσεων που αποδυνάμωσαν τον θεσμό της πλήρους και σταθερής απασχόλησης σε όφελος των ευέλικτων μορφών εργασίας, που αποδιάρθρωσαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον τρόπο καθορισμού των μισθών, που διευκόλυναν τις απολύσεις σε βάρος της προστασίας των εργαζομένων, που ενίσχυσαν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και γενικότερα πολιτικές που αδιαφορούν για μια δίκαιη διευθέτηση μεταξύ εργοδοσίας και του κόσμου της εργασίας. Τα αποτελέσματα αυτής της συνταγής δεν άργησαν να φανούν.

Είδαμε το ποσοστό της ανεργίας να εκτοξεύεται στο 26% και το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού να φτάνει το 35,6%. Είδαμε τη μερική και την εκ περιτροπής εργασία να αυξάνονται σημαντικά, φτάνοντας σήμερα να καλύπτουν σχεδόν το 50% των συμβάσεων εργασίας στην επικράτεια. Είδαμε τις κλαδικές/εθνικές ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας από τις 161 που ήταν το 2008 ενεργές και κάλυπταν το σύνολο του εργατικού δυναμικού της χώρας να καταρρέουν στις 14. Το αποτέλεσμα της αποκέντρωσης του επιπέδου συλλογικής διαπραγμάτευσης από τον κλάδο στην επιχείρηση και στο άτομο, σε συνδυασμό με την αναστολή της εφαρμογής της επέκτασης των κλαδικών και των ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ήταν οι σημαντικές μειώσεις της τάξης του 10-40% στις αμοιβές των εργαζομένων.

Οι αριθμοί είναι η μία πλευρά του θέματος. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι οι ποιοτικές μεταβολές που συντελέστηκαν στις στάσεις μεγάλου μέρους εργοδοτών. Πολλοί εργοδότες εκμεταλλεύθηκαν την κρίση ως ευκαιρία για να καθυστερούν σημαντικά ή και να μην καταβάλλουν τους νόμιμους μισθούς, να ζητούν πίσω τα καταβληθέντα δώρα, να απασχολούν εργαζόμενους χωρίς να τους έχουν δηλώσει ή να τους δηλώνουν για τετράωρη απασχόληση και στην πραγματικότητα να τους απασχολούν οκτάωρο ή και περισσότερο, και να προβαίνουν, γενικά, σε πρακτικές εργασιακού μεσαίωνα. Βεβαίως, τα χρόνια αυτά αναδείχθηκαν, επίσης, και θετικά πρότυπα εργοδοτών. Είναι όλοι όσοι, σε πείσμα των καιρών, προσπάθησαν να μην προβούν σε απολύσεις, να διατηρήσουν τις σχέσεις εργασίας που είχαν προ κρίσης και γενικότερα, να μην κάνουν αλλαγές σε εργασιακούς όρους ή συνθήκες εργασίας σε βάρος των εργαζομένων τους.

Η κυριότερη ποιοτική μεταβολή, ωστόσο, που συντελέσθηκε αφορά στην παραδοχή ότι το πτυχίο δεν φέρνει μεροκάματο. Η προσπάθεια μιας ολόκληρης γενιάς να επενδύσει στη μόρφωση των παιδιών της προσδοκώντας οικονομική και κοινωνική κινητικότητα ανατράπηκε βίαια. Τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ισοπεδώθηκαν με συνέπεια την κοινωνική και αξιακή ισοπέδωση ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας. Αν για την υπόλοιπη Ευρώπη, η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποτελεί μια πρόκληση, για την Ελλάδα της ανασυγκρότησης είναι επιτακτική ανάγκη. Οι στόχοι της χώρας δεν θα επιτευχθούν παραμόνο όταν εμπεδοθεί ξανά η εργασιακή ειρήνη και το αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας στην εργασία. Μόνο τότε θα κινητοποιηθούν οι δυνάμεις της εργασίας να στηρίξουν την παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου με πίστη ότι έρχονται καλύτερες ημέρες.

Η κυβέρνηση της χώρας ως αριστερή οφείλει, έστω και καθυστερημένα, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση, πρώτον, των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Δεύτερον, οφείλει να ανοίξει έναν διακομματικό διάλογο για το μέλλον των εργασιακών σχέσεων με όρους νέου προτύπου παραγωγικής ανάπτυξης. Ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που δεν θα βασίζεται σε λογικές χαμηλού εργασιακού κόστους ως παράγοντα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας, αλλά που θα δίνει έμφαση στο αναξιοποίητο ανθρώπινο δυναμικό της που ασχολείται ανεξαρτήτως κλάδου και τομέα με την καινοτομία, την έρευνα, τις νέες τεχνολογίες. Τρίτον, αξιοποιώντας την πρόθεση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker να θέσει τις κοινωνικές προτεραιότητες στο επίκεντρο των εργασιών της Ευρώπης, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να λάβει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών. Την παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου οι πολίτες θα κληθούν να την υπηρετήσουν. Θα την υπηρετήσουν με ευθύνη, όταν αισθανθούν ξανά ασφαλείς και αξιοπρεπείς στην καθημερινότητά τους.

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης​