Τον Ευάγγελο Βενιζέλο καλεί το απόγευμα της Τρίτης η Προανακριτική Επιτροπή για τη Novartis, στην οποία νωρίτερα ο πρώην υπουργός απέστειλε νέα επιστολή. Στην επιτροπή έχει διαβιβαστεί, κατά πληροφορίες, και επιστολή του Α. Γεωργιάδη με την οποία ζητεί να λάβει γνώση της απόφασης του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του σκεπτικού για την υπαγωγή των μαρτύρων στο καθεστώς προστασίας.

Την αυτοπρόσωπη παρουσία του στην Επιτροπή είχε ζητήσει ο κ. Βενιζέλος στην πρώτη του επιστολή προς την ειδική επιτροπή, την περασμένη Δευτέρα. Με την επιστολή του εκείνη ο κ. Βενιζέλος είχε ζητήσει αναπομπή της απόφασης της Ολομέλειας στο μέρος που τον αφορά και σε διαφορετική περίπτωση, όπως δήλωνε, θεωρεί άκυρη κάθε πράξη της επιτροπής. Αυτό, γιατί, όπως υποστήριζε, η σύστασή της δεν έχει γίνει σύμφωνα με τον νόμο, αφού δεν τηρήθηκε η πρόνοια του Κανονισμού της Βουλής πως σε πρόταση άσκησης δίωξης πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια οι αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις υπουργών.

Με τη νέα του επιστολή, ο κ. Βενιζέλος ήγειρε ζήτημα νομικής ακυρότητας της σύστασης της Προανακριτικής Επιτροπής, ζητώντας να κληθούν επωνύμως για κατάθεση οι μάρτυρες και κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιδιώκουν να του στερήσουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, κάνοντας λόγο για «αδίστακτους» πολιτικούς αντιπάλους.

«Ζητώ το ελάχιστο που επιβάλλει η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η στοιχειώδης πολιτική εντιμότητα των αντιπάλων: Η Επιτροπή σας να επιληφθεί της ουσίας και να διερευνήσει όλες τις πτυχές της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της απιστίας και της βλάβης του συμφέροντος του δημοσίου που δεν περιλήφθηκε καν στην πρόταση των βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ της 12ης Φεβρουαρίου 2018» αναφέρει στην επιστολή του ο Ε. Βενιζέλος. Ζητεί, επίσης, να εμφανιστεί αυτοπροσώπως για να αναπτύξει τις ενστάσεις και τα αιτήματά του, αναφορικά με την λειτουργία και το έργο της ειδικής επιτροπής.

Στην εξασέλιδη επιστολή του ο κ. Βενιζέλος παραθέτει τα μέχρι τούδε δεδομένα, τις ενστάσεις του για τη λειτουργία της επιτροπής και τις εκτιμήσεις του ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είχε κάνει εξαρχής την επιλογή να αποφύγει, με κάθε δυνατό τρόπο, την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Κυρίως, όμως, ο κ. Βενιζέλος υπογραμμίζει ότι αν δεν γίνει έρευνα επί της ουσίας, δηλαδή, «αν οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν - όπως εξαγγέλθηκαν, κυοφορήθηκαν και διατυπώθηκαν -  κατά δέκα πολιτικών προσώπων για την υπόθεση Novartis, δεν διερευνηθούν επί της ουσίας στη φάση αυτή από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, δεν πρόκειται, για προφανείς νομικούς λόγους, να διερευνηθούν από κανένα. Ούτε από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ. γιατί η υπόθεση δεν θα παραπεμφθεί σε αυτό, ούτε από τη τακτική Δικαιοσύνη γιατί δεν έχει δικαιοδοσία».

Η εξέταση της αρμοδιότητας

Ειδικότερα και ως προς την θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι πρέπει προεχόντως να εξεταστεί η αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης, ο κ. Βενιζέλος υπογραμμίζει ότι τη θέση αυτή προβάλλει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την ίδια ώρα που στην πρότασή της δεν συμπεριέλαβε την απιστία και την ενδεχόμενη βλάβη του δημοσίου, τον πυρήνα δηλαδή της υπόθεσης αυτής, με στόχο να καλύψει πράξεις και παραλείψεις του Παναγιώτη Κουρουμπλή.

Ο κ. Βενιζέλος εκτιμά εξάλλου ότι το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων (σ.σ. δεν αναφέρεται στο διαβιβαστικό έγγραφο της Εισαγγελίας) περιελήφθη στην πρόταση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ μόνο και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο και μόνο για να πει τελικά η Βουλή ότι αναπέμπει στη δικαιοσύνη την υπόθεση, καθώς το ξέπλυμα έχει διαρκή χαρακτήρα και ανήκει στη δικαιοδοσία της τακτικής δικαιοσύνης.

Με βάση, συνεπώς, τα παραπάνω η συζήτηση περί της αρμοδιότητας είναι ήδη υπονομευμένη, αναφέρει στην επιστολή του ο κ. Βενιζέλος.

«Μεθοδεύεται αναπομπή της δικογραφίας»

Ως προς το αδίκημα της δωροληψίας, και τη διάκριση του εάν αυτό έχει συντελεστεί κατά την άσκηση ή επ΄ευκαιρία των υπουργικών καθηκόντων, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνει ότι σύμφωνα με το συλλογισμό των ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ, αν θεωρηθεί ότι ισχύει το πρώτο, έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο κατά τρόπο παρόμοιο με το φερόμενο αδίκημα της απιστίας. Αν θεωρηθεί ότι ισχύει το δεύτερο, η δικογραφία θα αναδιαβιβαστεί στη Δικαιοσύνη. Αυτή όμως είναι μια διάκριση που συνιστά ερμηνευτική επινόηση, αντίθετη με την κοινοβουλευτική πρακτική και την πάγια νομολογία, όπως σημειώνει ο κ. Βενιζέλος.