Σε μια τουλάχιστον ανοίκεια διαδικασία, που σε καμία περίπτωση δε παραπέμπει σε ακρόαση φορέων στο πλαίσιο συζήτησης ενός νομοσχεδίου, επιδόθηκαν οι συμμετέχοντες στην επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου που επεξεργάζεται το νομοσχέδιο για τις ρυθμίσεις θεμάτων μεταφορών.

Συγκεκριμένα, μετά την ολοκλήρωση της τοποθέτησης των φορέων του νομοσχεδίου, πραγματοποιήθηκε μια «ειδική» διαδικασία με ερωταπαντήσεις στον επικεφαλής της Beat, Νίκο Δρανδάκη και τον πρόεδρο των επαγγελματιών taxi, Θύμιο Λυμπερόπουλο. Τα όσα συνέβησαν εύστοχα χαρακτηρίστηκαν από βουλευτή του ΚΚΕ (μετά το τέλος της συνεδρίασης) ως «προανακριτική επιτροπή».

Ο κ. Δρανδάκης (που ρωτήθηκε πολλαπλώς από τη πολιτική ηγεσία του υπουργείου), ρωτήθηκε ειδικώς για τις φορολογικές υποχρεώσεις της beat και τα ποσά που καταβάλει στο κράτος. Όπως είπε, το 2017, η εταιρία πλήρωσε 1.14 εκατ. ευρώ σε φορολογικές εισφορές και ΙΚΑ. Ωστόσο υποστήριξε πως παρά τη χρόνια παρουσία της στην ελληνική αγορά, η εταιρία δεν έχει βγάλει κέρδη, σημειώνοντας πως κάθε χρόνο από το 11’ ο αριθμός των εργαζόμενων σε αυτή διπλασιάζεται, αγγίζοντας τους 220.000 ευρώ. «Ο μέσος μισθός είναι υψηλός της τάξης των 1.700 ευρώ. Είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε μεγάλους μισθούς γι’ αυτό το λόγο έχουμε πολύ υψηλά επίπεδα επενδύσεων για να αναπτύξουμε τεχνολογία. Γι’ αυτό η εταιρία δεν είναι κερδοφόρα! Η εξαγορά της δεν αφορούσε μόνο την ελληνική αγορά αλλά και τη λειτουργία μας στη Νότια Αμερική», είπε.

 Ακόμα, αναγνώρισε πως η ίδρυση της εταιρίας έγινε στο Λονδίνο (κριτική που δέχθηκε για φοροαποφυγή) λόγω της γραφειοκρατίας της ελληνικής αγοράς. «Όταν αποφάσισα να πραγματοποιήσω την ιδέα δεν είχα λεφτά! Δεν είχα φράγκο! Εξασφάλισα επενδύσεις, υπήρχε το μομέντουμ! Έξαψα να βρω πόσο θα χρειαστεί να ανοίξω επιχείρηση στην Ελλάδα και ήταν πάνω από 2 μήνες και αποφάσισε να ανοίξω στην Αγγλία μέσα σε 1 ημέρα. Την επόμενη μέρα είχαμε λογαριασμό τραπεζικό και στο τέλος της βδομάδας είχαμε τα χρήματα», είπε και πρόσθεσε πως η εταιρία πέρασε από φορολογικούς και ασφαλιστικούς ελέγχους και φάνηκε «πεντακάθαρη».

Απαντώντας δε σε ερώτηση για τους οδηγούς της εταιρίας, είπε πως από τη στιγμή που δεν έχει παρατηρηθεί κανένα φαινόμενο παραβίασης του νόμου, δεν υπάρχει και παράπτωμα.

Ο κ. Δρανδάκης δεν θέλησε να αποκαλύψει το ποσό της εξαγοράς της Beat από Γερμανική εταιρία αλλά αναγνώρισε πως προχώρησε σε εκπτώσεις (επιδοτήσεις τις ονόμασε) στο κόμιστρο προκειμένου ν’ ανταγωνιστεί την Uber που «δεν έχει διπλή ταρίφα ειδικά σε διαδρομές προς το αεροδρόμιο».

Από την εξέλιξη αυτή, σημείωσε, η εταιρία αναγκάστηκε να ζητήσει κεφάλαια από τη Γερμανική, το ύψος των οποίων αγγίζει φέτος τα 8εκατ. ευρώ.

Αναφερόμενος σε δημοσίευμα για τη μετοχική του σχέση με τη σύζυγο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είπε πως «δε ξέρω τι πρέπει να δηλώσω γι’ αυτό, είναι μια επένδυση ενός συνεπενδυτή σε μια άλλη εταιρία που πλέον δεν είναι σε μας! Δεν έχει σχέση με μένα ή τη beat.  Δεν έχω καμία σχέση με τη συναλλαγή που αναφέρεται!».

Από τη πλευρά του ο Θύμιος Λυμπερόπουλος, εξαπέλυσε και πάλι επίθεση στην Beat λέγοντας πως δεν υπάρχουν καν συμβάσεις της εταιρίας με τους οδηγούς παρά μόνο ηλεκτρονικές υπογραφές. «Όσοι συνάδελφοι ζητάω να μου δώσουν εκκαθαριστικά, πολλοί λίγοι το κάνουν και είναι τρομοκρατημένοι! Έναν τον διαγράψανε μέσα σε μια ώρα όταν κατάλαβαν ότι έδωσε στοιχεία του λογαριασμού του! Ακούστε τρομοκρατία», είπε. Ακόμα, επιτέθηκε στην πολιτική της επιδότησης όμως ο ίδιος αρνήθηκε να απαντήσει το μέσο όρο ηλικίας των ταξί που κυκλοφορούν στο κλάδο των επαγγελματιών οδηγών.