Του Δημήτρη Καμμένου*

Η πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στην Ελλάδα αλλά και οι τελευταίες προκλήσεις  κατέδειξαν με τον πλέον περίτρανο τρόπο τα παιχνίδια εξουσίας της Τουρ​κίας αλλά και την εδώ και χρόνια αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο.  Κανένας δεν έχει ξεχάσει τους ισχυρισμούς του Σουλτάνου περί κατοχής νησιών από την Ελλάδα, δηλώσεις που προκάλεσαν δικαιολογημένες αντιδράσεις τόσο στην Αθήνα αλλά και προβληματισμό στη διεθνή κοινότητα.

Τα σύνορα της καρδιάς του όπως δήλωσε ο Ερντογάν στη Θράκη ο οποίος μάλιστα δεν δίστασε να θέσει ανοιχτά θέμα αναθεώρησης ή και επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λωζάνης η οποία αποτελεί εδώ και σχεδόν έναν αιώνα τον ακρογωνιαίο λίθο στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, να βρίσκεται μόνιμα στο προσκήνιο, με την Τουρκία να εμφανίζεται συχνά να την αμφισβητεί και την Ελλάδα, να απαιτεί τον σεβασμό της. Ωστόσο, εξετάζοντας προσεχτικά τη Συνθήκη που υπογράφηκε το 1923 εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως ήταν ιδιαίτερα θετική για την Τουρκία. Ουσιαστικά η «Συνθήκη της Λωζάνης» ήταν μια συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Για την Τουρκία η Συνθήκη είναι η ιδρυτική της πράξη – πιο πριν δεν υπήρχε Τουρκία αλλά Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με τη συνθήκη της Λωζάνης, επίσης, ακυρώνεται με τον πιο επίσημο τρόπο η συνθήκη των Σεβρών που είχε υπογραφεί το 1920 και προέβλεπε τον επίσημο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς και την δημιουργία του κουρδικού κράτους. Πάνω απ’ όλα όμως ακύρωνε το καθεστώς των διομολογήσεων κάτι που δεν μπορούσαν να ανεχτούν άλλο οι Τούρκοι. Οι διομολογήσεις είναι συμβάσεις δυνάμει των οποίων παρέχονται εξαιρετικά προνόμια στους υπηκόους ενός κράτους, που διαμένουν στο έδαφος ενός άλλου κράτους. Κάτι που ήδη από το 16ο αιώνα οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής έπρατταν υπογράφοντας με το Σουλτάνο και διεκδικώντας πολλά δικαιώματα στο χώρο της Μ. Ασίας. Τότε γιατί η Τουρκία εμμένει να θέτει θέμα επικαιροποίησης και αναθεώρησης της;

Η απάντηση βρίσκεται φυσικά στον ορισμό της αναθεωρητικής της πολιτικής που αποτελεί βασικό στοιχείο της διπλωματικής της στάσης εδώ και χρόνια. Πρακτικά η Τουρκία πράττει ανάλογα με το διεθνές περιβάλλον και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, επιχειρεί και επιτυγχάνει την αλλαγή του status quo (π.χ. το 1936 με τη Συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών, 1939 με την προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, 1974 με την απόβαση και κατοχή της Βόρειας Κύπρου και την έναρξη αμφισβήτησης Ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, 1996 με τη δημιουργία γκρίζων ζωνών στο Ανατολικό Αιγαίο και πρόσφατα με τις προσπάθειες αναθεώρησης/ επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λωζάνης).

Πιο απλά όσες φορές η Τουρκία έχει επικαλεστεί αναθεώρηση/ επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως έντονα πράττει τελευταία, άλλες τόσες έχει ζητήσει πιστή εφαρμογή της. Όταν ο Ερντογάν, ζητά την αναθεώρηση/ επικαιροποίηση της Συνθήκης της Λωζάνης, αναφέρεται στην μουσουλμανική – θρησκευτική μειονότητα της Θράκης, με στόχο, αυτή να αναγνωριστεί ως τουρκική- εθνική μειονότητα παρότι κάτι τέτοιο συνιστά κατάφωρη παραβίαση της ίδιας της Συνθήκης και όταν ο Πρόεδρος της Τουρκίας ζητά την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης, ζητά, την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Για να ξεκαθαριστεί, η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα να ζητά την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών διότι ειδικά για τα νησιά της Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, πουθενά στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης δεν προβλέπεται, ότι αυτά θα τελούν υπό καθεστώς αποστρατικοποιήσεως ενώ σε ότι αφορά το καθεστώς των Νήσων του Ν.Α. Αιγαίου (Δωδεκάνησα), η κατάσταση είναι η εξής:  Τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα «κατά πλήρη κυριαρχία» από τη Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων, μεταξύ Ιταλίας και Συμμάχων, τον Απρίλιο του 1947.

Τώρα που ξεκαθαρίστηκε πως η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια από την ημέρα της υπογραφής της Συνθήκης έχει τιμήσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από αυτή στο πλαίσιο του σεβασμού της ειρήνης και της ασφάλειας των δυο χωρών είναι ώρα να αναρωτηθούμε. Έχει νόημα να την τηρούμε μονόπλευρα; Και μάλιστα να βασιζόμαστε σε αυτή, όταν ξέρουμε πόσο μας αδίκησε; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική αν σκεφτεί κανείς πως η Τουρκία έχει με κάθε τρόπο παραβιάσει ένα ένα τα άρθρα της Συνθήκης που με θράσος άλλοτε ζητά να εφαρμοστεί και άλλοτε να αναθεωρηθεί κατά πως την βολεύει.

Πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής της Συνθήκης που υπεγράφη στις 24 Ιουλίου 1923, ξεκίνησε η καταστρατήγηση της εκ μέρους της Τουρκίας. Άλλωστε είναι γνωστό πως η Τουρκία αποτελεί έναν λαό  που δεν έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία στα γραπτά κείμενα, στις συμφωνίες και στις συνθήκες. Αντιθέτως, οι Συνθήκες χρησιμοποιήθηκαν πάντοτε απ’ αυτούς για αποπροσανατολισμό, καθησυχασμό, κέρδος χρόνου, μονομερή ερμηνεία ποτέ όμως με πραγματική πρόθεση να τις τηρήσουν.  

Είναι αδύνατο, στα πλαίσια ενός σύντομου άρθρου, να αναφέρει κανείς όλες τις πράξεις και τις ενέργειες της Τουρκίας που παραβίασαν της Συνθήκη και θα περιοριστούμε, σύντομα και λακωνικά, στα πιο κραυγαλέα παραδείγματα.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923, τα δύο νησιά η Ίμβρος και η Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία. Τα άρθρα 38-43 της Συνθήκης αναφέρονταν ξεκάθαρα στην προστασία της ζωής, της ελευθερίας, της γλώσσας, της εθνικότητας και της θρησκείας των Ελλήνων υπηκόων. Το Σεπτέμβριο του 1923, οι τουρκικές αρχές παρέλαβαν τη διοίκηση των νησιών. Τούρκοι αξιωματούχοι από τη Μικρά Ασία ανέλαβαν εξ ολοκλήρου τη διοικητική, δικαστική, αστυνομική, λιμενική και τελωνειακή εξουσία, παραβιάζοντας τη Συνθήκη της Λωζάνης πριν ακόμη αρχίσει να εφαρμόζεται.

Η κίνηση αυτή αποτέλεσε την αρχή του συστηματικού διωγμού του ελληνικού στοιχείου στην Ίμβρο και στην Τένεδο, που εκδηλώθηκε με τον αποκλεισμό του από την τοπική διοίκηση των νησιών, από την καθιέρωση ως υποχρεωτικής της τουρκικής εκπαίδευσης και την περιθωριοποίηση και τελικά κατάργηση της ελληνικής, από τη δήμευση σημαντικού τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας και την καταστροφή μοναστηριών, ιερών ναών και εξωκκλησιών και από την παρεμπόδιση, άλλοτε με έμμεσο και άλλοτε με άμεσο και βίαιο τρόπο κάθε είδους οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας των Ελλήνων αυτοχθόνων κατοίκων στα δύο νησιά.

Το 1964, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας, με την υπ’ αρ. 35 της 27 Μαΐου 1964 απόφαση της, θέτει σε εφαρμογή το γνωστό «Eritme Programi» ή «Πρόγραμμα Διάλυσης» (η τούρκικη λέξη «eritme» σημαίνει διάλυση, λιώσιμο, τήξη, αφομοίωση). Το Πρόγραμμα αυτό αλλά και ο τρόπος εφαρμογής του δεν ανακοινώθηκε ποτέ επισήμως στις αρχές της Ίμβρου, ακριβώς επειδή αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης. (1)

Ο μόνιμος πληθυσμός της Ίμβρου σήμερα ανέρχεται σε 200 περίπου Έλληνες, uπερήλικες στην πλειοψηφία τους και σε 7.000 περίπου Τούρκους εποίκους. Η αναλογία, πριν το 1964, ήταν περίπου 6.100 Έλληνες και 200 Τούρκοι. Οι αριθμοί αυτοί καταδεικνύουν ότι το «Πρόγραμμα Διάλυσης» που υιοθέτησε η Τουρκική κυβέρνηση από το 1964, πέτυχε το στόχο του. Από το 90% (τουλάχιστον) του συνολικού πληθυσμού των νησιών που ήταν χριστιανοί, σήμερα απέμεινε μόνο το 1% (κυρίως ηλικιωμένοι) οι οποίοι αντέχουν και παραμένουν ακόμα στα δύο πολύπαθα νησιά!

Ακόμη μια παραβίαση της Συνθήκης αφορά φυσικά στην αναγνώριση των Μουσουλμάνων της Θράκης ως "Τούρκων", ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο Τουρκικής καταγωγής εθνοτικά - η κοινότητά τους αποτελείται κατά το ήμισυ σχεδόν από Πομάκους και Ρομά. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων μάλιστα για την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκική αντιπροσωπεία επέμενε φορτικά (και τελικά επέβαλε) να μην υπάρχουν (δηλαδή να μην αναγνωρίζονται) εθνικές μειονότητες αλλά μόνο θρησκευτικές, κάτι που ζητούσε εξαιτίας του φόβου των Κούρδων που ζουν στην Τουρκία. Είναι αυτονόητο όμως ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους μουσουλμάνους της Ελληνικής Θράκης που ζουν την Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 45 της Συνθήκης περί «αμοιβαιότητας» (το οποίο επίσης πολύ τακτικά επικαλείται η Τουρκία). Ωστόσο, εκείνους η Τουρκία προσπαθεί επίμονα και συστηματικά να «εκτουρκίσει» με κάθε τρόπο μέσω του Προξενείου. Δηλαδή, σύμφωνα με την ιδιότυπη νοοτροπία των Τούρκων, οι Κούρδοι μουσουλμάνοι απαγορεύεται να αποτελούν εθνική μειονότητα μέσα στην Τουρκία, οι μουσουλμάνοι όμως της Ελληνικής Θράκης, είτε είναι Πομάκοι, είτε είναι αθίγγανοι, επιτρέπεται να μετατραπούν με το ζόρι σε εθνική μειονότητα!

Οι «μειονότητες μέσα στη μειονότητα», οι Πομάκοι και οι Τσιγγάνοι, δεν κινδυνεύουν να αφανισθούν από την κυρίαρχη πληθυσμιακή ομάδα, τους Χριστιανούς, αλλά από την κυρίαρχη εντός της μειονότητας πληθυσμιακή ομάδα, τους Τουρκόφωνους. Η Τουρκία προσπαθεί, αρκετές φορές με επιτυχία, να λειτουργήσει στην ελληνική Θράκη ως παράλληλο κράτος δίπλα στο κράτος που "συνδιοικεί "ως προς τα θέματα που αφορούν στη μουσουλμανική μειονότητα. 

Επίσης η Τουρκία επέμενε επίσης (και επέβαλε) μέσω της Συνθήκης την αριθμητική ισορροπία μεταξύ των θρησκευτικών μειονοτήτων, δηλαδή της χριστιανικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου & της Τενέδου και της μειονότητας των μουσουλμάνων της Ελληνικής Θράκης – και οι δύο θρησκευτικές μειονότητες εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή των πληθυσμών για ειδικούς λόγους. Βέβαια, όπως φάνηκε στην διάρκεια του χρόνου, η Τουρκία δεν είχε καμιά απολύτως πρόθεση να κρατήσει χριστιανούς στην επικράτειά της, ήθελε απλά να υποχρεώσει την Ελλάδα να κρατήσει μουσουλμάνους γιατί είχε (και έχει) τα δικά της σχέδια!

Αρκεί κανείς να δει και να συγκρίνει σήμερα τους αριθμούς.

Το 1923 οι χριστιανοί σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο ήταν 120.000 άνθρωποι και οι μουσουλμάνοι στην Ελληνική Θράκη 80.000. Σήμερα οι χριστιανοί σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο μειώθηκαν (με την εφαρμογή ενός μακροπρόθεσμου, μελετημένου και ψυχρού σχεδιασμού) σε 2.000 και οι μουσουλμάνοι στην Ελληνική Θράκη αυξήθηκαν σε περισσότερους από 100.000 ανθρώπους οι οποίοι μάλιστα προβάλλουν κατά καιρούς τη δήθεν «καταπίεσή» τους!

Στον τομέα της θρησκευτικής, της εκπαιδευτικής και της «ελευθερίας» ίδρυσης και ελέγχου ευαγών ιδρυμάτων (άρθρα 38 έως 44 της Συνθήκης) οι Τούρκοι δεν άφησαν τίποτα όρθιο:

Ένας νέος Γολγοθάς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με διώξεις, εμπρησμούς, επιθέσεις, ίντριγκες, επεμβάσεις, άρνηση αποδοχής της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου, διαρκή απαξιωτική συμπεριφορά και αρπαγή δύο σημαντικών χριστιανικών ναών. Η χριστιανική εκπαίδευση, πάντα με την τούρκικη μέθοδο «σεβασμού» της Συνθήκης της Λωζάνης, υπέστη ισοπεδωτική επίθεση: Φίμωση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, απόλυση ομογενών και Ελλήνων δασκάλων, επιβολή διδασκαλίας των περισσοτέρων μαθημάτων στην Τουρκική γλώσσα (αρχικά) και στην συνέχεια όλων – εκτός από το μάθημα των Ελληνικών και προσθήκη ειδικού μαθήματος «στρατιωτικών» που δίδασκε αξιωματικός του τουρκικού στρατού!

Όσον αφορά τα Ελληνικά Ευαγή Ιδρύματα, απαγορεύτηκε στα μειονοτικά ιδρύματα να αποκτήσουν νέα ακίνητη περιουσία είτε με αγορά, είτε με δωρεά, είτε με κληρονομιά.

Παράλληλα, οι Τούρκοι φρόντισαν να παύσει η αναγνώριση της ιδιότητας νομικού προσώπου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να δημιουργήσουν ανυπέρβλητα προσκόμματα στην διαχείριση και εκπροσώπηση της τεράστιας Πατριαρχικής περιουσίας.

Με τον Νόμο 2762 του 1935 περί «Βακουφίων» που ψηφίστηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση (έκτοτε άλλαξε πολλές φορές για να πετύχουν τους στόχους τους), η διαχείριση των μειονοτικών ιδρυμάτων και σχολείων «ανατέθηκε» σε επίτροπο που διοριζόταν από τις Τουρκικές αρχές για να γίνει πιο εύκολη η αρπαγή της τεράστιας μειονοτικής περιουσίας! Το αποτέλεσμα βέβαια είναι από τις 12.000 μειονοτικά ακίνητα που υπήρχαν κατά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, σήμερα απέμειναν μερικές εκατοντάδες που βρίσκονται σε διαρκή και άμεση απειλή!

Ακόμη, με τον Νόμο 2007 του 1932 απαγόρευσαν την άσκηση 30 επαγγελμάτων από Έλληνες (μεταξύ των οποίων μουσικός, φωτογράφος, ξυλουργός, ράπτης, κουρέας, σερβιτόρος – ακόμα και πλανόδιος πωλητής!), ενώ αργότερα απαγόρευσαν και άλλα επαγγέλματα για να σιγουρευτούν ότι οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θα αρχίσουν να τρέπονται σε φυγή προκειμένου να επιβιώσουν. Το 1934 με τον Νόμο 2525 όλοι οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης υποχρεώθηκαν να τουρκοποιήσουν τα επώνυμά τους και το 1939 όλοι οι αθλητικοί μειονοτικοί σύλλογοι υποχρεώθηκαν να ενωθούν με τους τουρκικούς με αποτέλεσμα να μαραζώσουν σταδιακά και να εκτουρκιστούν. Όλα αυτά μέσα σε ένα πρωτοφανές κλίμα τρόμου με τις εκστρατείες που είχαν το σύνθημα «Vatandas Turkce konus», δηλαδή, «Πολίτες μιλάτε τουρκικά» ώστε να είναι εύκολη η δίωξη για «Εξύβριση του Τουρκισμού» όποιου τολμούσε να μιλάει στους δρόμους Ελληνικά – άρα μιλούσε υβριστικά για τους Τούρκους!!!! Για όσους βέβαια επέμεναν πεισματικά να μένουν στις εστίες τους, το «μενού» του Τούρκικου «σεβασμού» στην Συνθήκη της Λωζάνης είχε και πολλά άλλα στο πρόγραμμα:

Επιστράτευση είκοσι ηλικιών χριστιανών τον Μάιο του 1941, για τον αφανισμό του χριστιανικού στοιχείου της Κωνσταντινούπολης, με αφορμή τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που υπήρξε μια θαυμάσια ευκαιρία στην διαχρονική στρατηγική της «ουδέτερης» Τουρκίας.

Βαρλίκι, δηλαδή επιλεκτική επιβολή υπέρογκων φόρων σε χριστιανούς (Νόμος 4305 του Νοεμβρίου 1942) για τον οικονομικό τους αφανισμό και την εξορία τους σε καταναγκαστικά έργα για όσους αδυνατούσαν να πληρώσουν μέσα σε λίγες βδομάδες τον αυθαίρετο φόρο που τους επιβλήθηκε. Ο φόρος αυτός, όπως και η «επιστράτευση 20 ηλικιών» επινοήθηκε από τους Τούρκους όταν η Ελλάδα πολεμούσε με τους «συμμάχους» της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η Τουρκία διατηρούσε «επιτήδεια ουδετερότητα».

Από το πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955

Πογκρόμ, δηλαδή επιδρομή που εκτελέστηκε άψογα από το Βαθύ Κράτος της Τουρκίας, με την υψηλή καθοδήγηση της Τουρκικής Κυβέρνησης την νύχτα της 6ηςΣεπτεμβρίου 1955. Στόχος: ο χριστιανικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης. Αποτέλεσμα:20 δολοφονίες χριστιανών, εκατοντάδες βιασμοί, καταστροφή, λεηλασία και πυρπόληση 2.600 χριστιανικών σπιτιών, 4.340 καταστημάτων, 73 εκκλησιών, 26 ελληνικών σχολείων, τριών ελληνόφωνων εφημερίδων και επιδρομή σε χριστιανικά νεκροταφεία με σύληση τάφων!

Απελάσεις. Επειδή η Τουρκία ανυπομονούσε να ξεφορτωθεί τους Έλληνες που επέμειναν πεισματικά να μην εγκαταλείπουν την Κωνσταντινούπολη, το 1964 κατήγγειλε την Ελληνοτουρκική συμφωνία Εμπορίου με αποτέλεσμα οι τουρκικές αρχές να απελάσουν, με απάνθρωπες και συνοπτικές διαδικασίες 12.000 περίπου Έλληνες υπηκόους, γηγενείς Κωνσταντινουπολίτες, τους οποίους προστάτευε η συνθήκη της Λωζάνης. Όσοι εκδιώχτηκαν παρέσυραν μαζί τους ένα τριπλάσιο αριθμό συγγενών και φίλων. Έτσι, μεταξύ 1964 και 1966, 48.000 περίπου Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. (2)

Εξετάζοντας κανείς διαχρονικά την Τουρκική εξωτερική πολιτική, αυτή χαρακτηρίζεται από τον πολύ καλό σχεδιασμό, την υπομονή και επιμονή στην επίτευξη των στόχων που τίθενται για την ανάδειξη της χώρας ως περιφερειακής υπερδύναμης σε βάρος των γειτονικών της λαών. Δεν είναι τυχαίο το ότι σχεδόν με όλους τους γείτονές της αντιμετωπίζει προβλήματα.

Η Τουρκική πολιτική αποσκοπεί ακριβώς στην αναθεώρηση/ επικαιροποίηση της Λωζάνης. Τα τετελεσμένα γεγονότα, που δημιουργεί η Τουρκία αποσκοπούν ακριβώς στο να αλλάξουν τα πραγματικά δεδομένα, ώστε μια τέτοια αναθεώρηση ή επικαιροποίηση να καταστεί αναπόφευκτη. Είναι αλήθεια λοιπόν, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα παραπάνω, πως η Τουρκία έχει παραβιάσει ουκ ολίγες φορές τη Συνθήκη εδώ και έναν αιώνα και πάντα ατιμώρητα. Ως πότε λοιπόν θα συνεχίσουμε παθητικά να δεχόμαστε την αλλαγή της διπλωματικής της και της εξωτερικής της πολιτικής ανάλογα με τις διαθέσεις και τι τη συμφέρει;  Η Ελλάδα, όπως και κάθε άλλο κυρίαρχο κράτος,  δεν μπορεί να παραιτηθεί από το φυσικό και νόμιμο δικαίωμά της για άμυνα σε περίπτωση απειλής. Η Τουρκία, με τα στρατιωτικά μέσα που διαθέτει παραβιάζει συστηματικά  τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο, αλλά και τα ελληνικά χωρικά ύδατα, ενώ  τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη υπερίπτανται,  συχνά οπλισμένα, ελληνικών νησιών του Αιγαίου και μάλιστα κατοικημένων καλώντας την Ελλάδα να αμυνθεί.

Η προληπτική άμυνα ωστόσο μπορεί να λάβει άλλες διαστάσεις σήμερα που η παραδοσιακή έννοια της έχει μεταβληθεί και προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Η Ελλάδα μπορεί να αμυνθεί εμμένοντας  στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρέπει να κατατεθούν αγωγές για κάθε τουρκική παραβίαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και το αποτέλεσμα δεν θα είναι μόνο και μόνο συμβολικό, όπως ίσως νομίζουν μερικοί. Πέρα όμως από τις δικαστικές διεκδικήσεις είναι πια ανάγκη επιτακτική να αναπτυχθεί το πιο αξιόπιστο σχέδιο αποτροπής από τον Έβρο μέχρι το Καστελλόριζο μέσα από την χάραξη μιας Εθνικής Στρατηγικής που θα διασφαλίζει πρωτίστως τα Εθνικά μας συμφέροντα και δευτερευόντως τα Συμμαχικά, προκειμένου να συνειδητοποιήσουν οι Τούρκοι ότι είναι αναγκασμένοι εκ των πραγμάτων να σεβαστούν την Συνθήκη της Λωζάνης αφού η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Ιράκ, αλλά μια χώρα με πολύ αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις.

Καμία Ελληνική Κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχτεί καμία συζήτηση περί αναθεώρησης ή επικαιροποίησης της Συνθήκης της Λωζάνης.

*Ο Δημήτρης Καμμένος είναι αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και βουλευτής των Ανεξάρτητων Ελλήνων

Παραπομπές:

1.Η καταπάτηση της Συνθήκης της Λωζάνης στην Ίμβρο! Κάποιος να το πει στον Ερντογάν. Π. Καρβουνόπουλος

2.Η Συνθήκη της Λωζάνης και πως η Τουρκία την έκανε κουρελόχαρτο. Λεωνίδας Κουμάκης