Έντονη ανησυχία για την αυξανόμενη ένταση από την πλευρά της Τουρκίας εκφράζει ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

Σε παρέμβασή του, ενόψει της Ευρω-τουρκικής Συνόδου στη Βάρνα, ο κ. Σημίτης επισημαίνει ότι ένα τυχαίο γεγονός μπορεί, πλέον, να προκαλέσει «μία μη ελέγξιμη αναμέτρηση» ενώ υπογραμμίζει πως «η ειρήνη στην περιοχή θα πρέπει να αφορά το σύνολο της Ένωσης».

«Μια χώρα υποψήφια, μέλος της Ένωσης, δεν μπορεί να αμφισβητεί τα σύνορα των μελών της Ένωσης και να ζητά την αναθεώρησή τους» σημειώνει ο κ. Σημίτης, ζητώντας από την Αθήνα να πιέσει τους ευρωπαίους εταίρους της ώστε να λάβουν μέτρα προστασίας της Ελλάδας. Καταλήγει, δε, πως η παρουσία της Ευρώπης «είναι ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η χώρα από κατασκευασμένες ή τυχαίες κρίσεις».

 

Η πλήρης δήλωση του πρώην Πρωθυπουργού, Κ. Σημίτη έχει ως εξής:

«Στις 26 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί στη Βάρνα της Βουλγαρίας συνάντηση της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας. Στόχος της είναι η αποτίμηση των προσφάτων εξελίξεων και η προώθηση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Ένα σημαντικό θέμα στις σχέσεις της Ένωσης με την Τουρκία είναι η επικίνδυνη πορεία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Στο πεδίο αυτό κυριαρχεί αντιπαλότητα και κλιμακούμενη ένταση. Ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να προκαλέσει μία μη ελέγξιμη αναμέτρηση. Η ειρήνη στην περιοχή αφορά το σύνολο της Ένωσης. Μια χώρα υποψήφια, μέλος της Ένωσης, δεν μπορεί να αμφισβητεί τα σύνορα των μελών της Ένωσης και να ζητά την αναθεώρησή τους.

Η Ελλάδα θα πρέπει να προτρέψει τους εκπροσώπους της Ένωσης να διασφαλίσουν μέτρα προστασίας της χώρας μας.

Σε αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνεται και ο ακόμη ανεκπλήρωτος όρος της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι (1999), δηλαδή ο όρος προς την Τουρκία να επιλύει ειρηνικά τις διαφορές της με τους γείτονες σε διμερές επίπεδο, και σε περίπτωση αδιεξόδου επίλυσής τους, να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για επίλυση. Ο κανόνας αυτός θα πρέπει να ισχύσει, κάτω από τις σημερινές συνθήκες οπωσδήποτε στις σχέσεις της Τουρκίας με τα μέλη της Ένωσης. Θα πρέπει να συνοδεύεται και από περιοδικό έλεγχο ώστε να ελέγχεται η πρόοδος της εφαρμογής του.

Η ρύθμιση αυτή, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η χώρα από κατασκευασμένες ή τυχαίες κρίσεις».