Το τελευταίο διάστημα Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν σε συνομιλητές τους ότι η συνεργασία ΗΠΑ-Ελλάδας είναι η καλύτερη των τελευταίων δεκαετιών. Η εκτίμηση θα ακουγόταν παράλογη μόλις πριν από λίγα χρόνια, δεδομένου του αντιαμερικανισμού της ελληνικής Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως είναι ένας πολιτικός οργανισμός που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς. Το αρχικό φλερτ με τις ΗΠΑ εξελίσσεται σε… σταθερή σχέση, στην οποία μάλιστα το κυβερνών κόμμα επενδύει πολιτικά.

Μια στρατηγική επιλογή

Τον Ιανουάριο του 2013 ο Αλέξης Τσίπρας με την επίσκεψη του στη Νέα Υόρκη ανοίγει το δίαυλο επικοινωνίας με τη «μεγάλη σύμμαχο» πέραν του Ατλαντικού. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζουν και οι επαφές των στελεχών της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης με αξιωματούχους της αμερικανικής πρεσβείας. Στην πενταετία που ακολουθεί, η βελτιστοποίηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ θα καταστεί στρατηγική επιλογή για τον Αλέξη Τσίπρα και το επιτελείο του.

Το ορόσημο στη μετατροπή του αρχικού φλερτ σε σταθερή σχέση υπήρξε αναμφίβολα η στήριξη του προέδρου Ομπάμα στο ελληνικό αίτημα για χαλάρωση της λιτότητας και, κυρίως, η αποφασιστική παρέμβασή του τον ταραγμένο Ιούλιο του 2015 υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Στη δεύτερη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η ελληνοαμερικανική συνεργασία βάθυνε περαιτέρω, κάτι που επισφραγίστηκε με την επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2016.

Η αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο, δεν έφερε προσκόμματα στην ελληνοαμερικανική συνεργασία. Τον Οκτώβριο του 2017 ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στον Λευκό Οίκο όπου επισημοποιεί το big deal της αναβάθμισης των F 16 και πλέκει το εγκώμιο του Ντόναλντ Τραμπ: «Η προσέγγιση Τραμπ μοιάζει διαβολική αλλά είναι για καλό», θα πει ο πρωθυπουργός. Τραμπ και Τσίπρας δίνουν κοινή συνέντευξη τύπου στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, κάτι που όχι μόνο δεν έχει γίνει για άλλον Έλληνα πρωθυπουργό τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιο για επικεφαλής μικρής χώρας.

Με τη στάση της στο ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ, η κυβέρνηση συντονίστηκε με την επιδίωξη των ΗΠΑ για ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, ενώ οι ελληνικές αποστάσεις από την επίθεση στη Συρία, σε καμιά περίπτωση δεν ενόχλησαν τις ΗΠΑ.

Οι διευκολύνσεις

Η «αμερικάνικη επιλογή» του ΣΥΡΙΖΑ δεν μένει στο επίπεδο της πολιτικής στήριξης και της προμήθειας στρατιωτικού υλικού. Έχει κι άλλες πολύ σοβαρές υλικές εκφάνσεις:

  1. Η κυβέρνηση αναβαθμίζει την πολιτικοστρατιωτική συνεργασία του άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος, άξονα που αποτελεί το βασικό στήριγμα των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

  2. Η κυβέρνηση αποδέχεται την επέκταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ελλάδα με την αναβάθμιση της βάσης της Σούδας και τη μεταφορά εκεί λειτουργιών της βάσης του Ιντσιρλίκ, την εγκατάσταση βάσης drones στη Λάρισα καθώς και τις πιθανολογούμενες νέες εγκαταστάσεις σε Αλεξανδρούπολη και Σύρο.

  3. Η Ελλάδα συντάχθηκε με τις ΗΠΑ στο ενεργειακό παιχνίδι, μέσω του αγωγού TAP΄.

  4. Είναι εντατική η αντιτρομοκρατική συνεργασία των δύο χωρών (με τη συμμετοχή και του Ισραήλ) στην αντιμετώπιση του τζιχαντισμού, ειδικά σε ό,τι αφορά το «monitoring» των προσφύγων που περνάνε στην Ελλάδα.

Οι αιτίες

Πώς όμως εξηγείται ο ατλαντισμός της «πρώτης φοράς Αριστεράς»; Τέσσερις είναι οι βασικές αιτίες:

  1. Η στήριξη των ΗΠΑ στην πιο δύσκολη φάση της διακυβέρνησης Τσίπρα το 2015 δημιούργησε δεσμούς εμπιστοσύνης με το πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης φροντίζουν να καλλιεργούν οι αμερικανοί απεσταλμένοι στην Ελλάδα. Ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος παρατηρεί ότι «οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν τους συνομιλητές τους με τον σεβασμό που προσήκει σε αξιωματούχους κυρίαρχης χώρας, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα με τους Ευρωπαίους».

  2. Η εκτίμηση ότι η Ελλάδα μπορεί να καλύψει μέρος του κενού που αφήνει η αποστασιοποίηση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ.

  3. Η υιοθέτηση από το κυβερνητικό επιτελείο της πάγιας θέσης της ελληνικής ιθύνουσας τάξης (ανάγεται στην εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου) ότι βασική σύμμαχος της Ελλάδας πρέπει να είναι μια μεγάλη ναυτική δύναμη που να μπορεί να βοηθήσει έμπρακτα στο Αιγαίο, αν παραστεί ανάγκη.

  4. Το γεγονός ότι η γενιά του Αλέξη Τσίπρα δεν έχει προσωπικά βιώματα από τις εποχές των απροκάλυπτων αμερικανικών παρεμβάσεων στα ελληνική πράγματα .Επομένως, δεν έχει την πολύ αρνητική φόρτιση παλιότερων γενιών αριστερών.

Η επένδυση

Η «αμερικανική επιλογή» του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί στρατηγική μακράς διάρκειας. Το κυβερνητικό επιτελεί φαίνεται να πιστεύει ότι επενδύοντας στη σχέση με τις ΗΠΑ:

  • Η Ελλάδα θα κερδίσει πόντους σε Αιγαίο και Κύπρο ή τουλάχιστον θα αποφύγει τα χειρότερα.

  • Θα ενισχυθούν οι ελληνικές θέσεις στις διαπραγματεύσεις για την επικείμενη ρύθμιση του χρέους.

  • Θα μπορέσει να ανατάξει τις διεθνείς συμπάθειες που έχει κερδίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Όπως ακριβώς στο εσωτερικό, έτσι και στο εξωτερικό, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τον κ. Μητσοτάκη ως όμηρο της «λαϊκίστικης εθνικιστικής πτέρυγας της ΝΔ», της οποίας η πολιτική (ειδικά στο θέμα της ΠΓΔΜ) αντικειμενικά εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς της Ρωσίας και όχι της Δύσης. Το αν πείθουν βέβαια οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί, είναι άλλη υπόθεση.