Η πίεση που ασκείται από τη ΔΕΗ προς τους Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΟΕΒ) όλης της χώρας δεν είναι κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά. Χρόνια τώρα οι ΟΕΒ λειτουργούν με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη ΔΕΗ, ανείσπρακτες οφειλές από το Δημόσιο και τους αγρότες, απαρχαιωμένες υποδομές άρδευσης, ελλιπή μηχανογράφηση και ανθρώπινο δυναμικό που δεν έχει επανακαταρτιστεί, ώστε να ανταποκριθεί στην ανάγκη του εκσυγχρονισμού τους. Χρόνια τώρα η ΔΕΗ σιωπούσε και έβλεπε τους ΟΕΒ να χρεώνονται, το ίδιο και ορισμένες διοικήσεις προκειμένου να εξακολουθήσουν να είναι αρεστές στους αγρότες εκλέκτορές τους, το ίδιο και η Πολιτεία που δεν αποφάσιζε την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία τους, ώστε να υπάρξουν οι απαιτούμενες ασφαλιστικές δικλείδες για την αποτροπή τέτοιων φαινομένων.

Σήμερα, όμως, τα συνολικά χρέη των χρηστών προς τη ΔΕΗ φτάνουν στα 3 δις ευρώ. Οι αγρότες μέσω των ΤΟΕΒ φαίνεται να χρωστούν γύρω στα 90 εκατ. ευρώ, ενώ οι μεμονωμένοι αγρότες γύρω στα 50 εκατ. ευρώ. Έτσι άρχισε να στέλνει τα ειδοποιητήρια για τη διακοπή ρεύματος, ζητώντας προκαταβολή τουλάχιστον 30% της οφειλής και αμέσως μετά τη μη συμμόρφωση να διακόπτει την ηλεκτροδότηση, όπως έγινε στον ΤΟΕΒ Αμπελώνα στο Νομό Λάρισας ή στον ΓΟΕΒ Αργοναυπλίας στο Νομό Αργολίδας. Τα θύματα, ωστόσο, αυτής της ιστορίας είναι στο σύνολό τους οι αγρότες και η παραγωγή. Διότι, στα χρόνια της κρίσης το κόστος της παραγωγής, κυρίως, αυξήθηκε δραματικά. Το τιμολόγιο του αγροτικού ηλεκτρικού ρεύματος ενώ ήταν 0,032 ευρώ η κιλοβατώρα επί 9% Φ.Π.Α. μέχρι και το 2008 σήμερα έχει φτάσει στο 0,0645 με 13% ΦΠΑ. Την ίδια στιγμή, η μεγάλη φορολογία στα λιπάσματα και στα αγροχημικά έχει διπλασιάσει την τιμή τους, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί και το κόστος των καλλιεργειών. Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες είναι αδύνατον να δώσουν τα προϊόντα τους σε ανταγωνιστικές τιμές, ιδίως σε σχέση με τα αντίστοιχα γειτονικών χωρών. Ως εκ τούτου, η διακοπή της ηλεκτροδότησης όχι μόνο τους δημιουργεί ασύλληπτά προβλήματα, καθώς δεν μπορούν να ποτίσουν τις καλλιέργειές τους, αλλά τους οδηγεί στην καταστροφή.

Το μείζον, αυτή τη στιγμή, δεν είναι να στηθεί ένα λαϊκό δικαστήριο για την απόδοση ευθυνών για την οικονομική κατάσταση των ΟΕΒ, αλλά να βρεθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Μια λύση που θα διευκολύνει τους ΟΕΒ να εισπράττουν τις οφειλόμενες εισφορές από τους αγρότες, αλλά και τα οφειλόμενα τέλη αποστράγγισης από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και βεβαίως, να αποπληρώνουν τις οφειλές προς τη ΔΕΗ. Αυτό επεδίωξα να καταστήσω σαφές στον υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατά τη συζήτηση της Επίκαιρης Ερώτησής μου, την περασμένη Πέμπτη στη Βουλή, για το θέμα αυτό. Μια τέτοια λύση θα ήταν να εφαρμοστεί το μέτρο των 120 δόσεων για την αποπληρωμή των οφειλών αυτών μέσα από ένα πλαίσιο συνεργασίας με τη ΔΕΗ. Άλλωστε, η διακοπή του αρδευτικού νερού (ως δημόσιου αγαθού) ως τρόπος άσκησης πίεσης δεν είναι ούτε δίκαιος, ούτε ανταποκρίνεται στις ανάγκες κοινωνικών ομάδων που βίωσαν στο έπακρο την κρίση. Το αρδευτικό νερό είναι ο βασικός παράγοντας της αγροτικής παραγωγής. Είναι παράλογο σε μια χώρα που το αίτημα για παραγωγική ανασυγκρότηση έχει τεθεί πιο επιτακτικά από κάθε άλλη φορά, η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού να διακόπτει την ηλεκτροδότηση στα αντιλιοστάσια, καθώς διαταράσσεται όλη η παραγωγική διαδικασία και η ομαλή λειτουργία των αρδευτικών δικτύων.

Η Πολιτεία χρειάζεται να εστιάσει σε τρία σημεία. Πρώτον, να προχωρήσει στην απαιτούμενη αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου, κάτι που είναι κοινά αποδεκτό, καθώς το υφιστάμενο που διέπει τη λειτουργία των ΟΕΒ (Ν. 3881/1958) είναι μιας άλλης εποχής που ανταποκρινόταν στις τότε ανάγκες. Να υπάρξουν πλάι στο αυτοδιοίκητο δικλείδες ελέγχου που προστατεύουν και διατηρούν την οικονομική βιωσιμότητά τους. Να μην μπορούν οι διοικήσεις να αυτενεργούν σε βάρος της βιωσιμότητας των οργανισμών, τόσο στην είσπραξη των ληξιπρόθεσμων, όσο και στην αναπροσαρμογή των τελών στα αναγκαία μεγέθη. Δεύτερον, να  συγκροτήσει ένα συνολικό σχέδιο εκσυγχρονισμού των αρδευτικών δικτύων με όρους εξοικονόμησης νερού, περιβαλλοντικού οφέλους και αναπτυξιακού οφέλους, ώστε να μειωθεί το κόστος άρδευσης. Δεδομένων των 50 και πλέον ετών που αυτά λειτουργούν, τα κόστη συντήρησης είναι δυσθεώρητα, επιβαρύνοντας το συνολικό κόστος άρδευσης. Τρίτον, να αξιολογήσει σε ποιες περιοχές της Ελλάδας υπάρχει η δυνατότητα είτε να δημιουργηθούν φωτοβολταϊκά πάρκα για την ηλεκτροδότηση των ΟΕΒ, είτε να θεσπιστούν ανταποδοτικά οφέλη, ώστε να δώσει οριστική λύση στο κόστος της άρδευσης με εναλλακτικούς τρόπους. Έχω φέρει πολλάκις στη Βουλή το θέμα των ανταποδοτικών οφελών για την Αιτωλοακαρνανία από τη ΔΕΗ λόγω της αξιοποίησης των υδάτων του Αχελώο. Ενώ υπάρχει η πρόταση που δίνει λύση στο αρδευτικό, η Πολιτεία κωφεύει. Ο κοινός στόχος της παραγωγικής ανασυγκρότησης του τόπου δεν μπορεί να υπηρετηθεί μέσα από ολιγωρία. Στήριξη του πρωτογενούς τομέα σημαίνει στήριξη της καλλιέργειας, στήριξη του μόχθου του αγροτικού κόσμου, στήριξη των ΟΕΒ με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την παραγωγή εγχώριου πλούτου. Οι προτάσεις υπάρχουν και οι λύσεις περιμένουν. 

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος​ είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης