Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα κόμμα που βρίσκεται σε διαδικασία μετεξέλιξης Η απόσταση που έχει διανύσει το κυβερνών κόμμα τα τελευταία τρία χρόνια είναι πολύ μεγάλη. Όπως όμως είπε ο πρωθυπουργός για τη διαπραγμάτευση με την ΠΓΔΜ, «τα τελευταία μέτρα είναι πάντα πιο δύσκολο». Αυτά τα τελευταία μέτρα λοιπόν που πρέπει να διανύσει ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι να αποκρυσταλλώσει τη νέα ταυτότητά του, διέπονται από αντιφάσεις και γεννούν ερωτήματα.

Το μέτωπο Μπουτάρη
 

Με τη συνάντησή του με τον Γιάννη Μπουτάρη την περασμένη Παρασκευή, ο Αλέξης Τσίπας επιδίωξε να πετύχει τρεις στόχους:

Να «δώσει το δαχτυλίδι» στον Γιάννη Μπουτάρη, διασφαλίζοντας για τον ΣΥΡΙΖΑ μια καλή υποψηφιότητα για τον δήμο Θεσσαλονίκης. Να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα η Κουμουνδούρου δεν έχει άλλη εναλλακτική στη συμπρωτεύουσα.

Να συνεχίσει την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να ταυτίσει τη Νέα Δημοκρατία με τον δεξιό εξτρεμισμό. Ο πρωθυπουργός «επειδή το μαύρο μέτωπο νικιέται πολιτικά και στην κάλπη», ενθάρρυνε τον κ. Μπουτάρη να ηγηθεί «ενός ευρύτερου δημοκρατικού προοδευτικού μετώπου, ώστε η Θεσσαλονίκη να μη γυρίσει πίσω. Η Θεσσαλονίκη να παραμείνει μια πόλη ανοιχτή και δημοκρατική.» Είναι προφανές ότι κατά τον κ. Τσίπρα, στο «μαύρο μέτωπο δεν ανήκει μόνον η Ακροδεξιά, αλλά και η Νέα Δημοκρατία.

Να κάνει έναν αποφασιστικό άνοιγμα στον χώρο του Κέντρου, σε συνέχεια της συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, καθώς και των προσκλήσεων συνεργασίας που κάνουν στο ΚΙΝΑΛ οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι.

Η απάντηση Μητσοτάκη
 

Στη σημερινή συνέντευξή του στον Τάκη Χατζή και το Ακραίως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε για πρώτη φορά τις κατευθυντήριες γραμμές της στάσης της ΝΔ  απέναντι στο «μέτωπο Μπουτάρη». Ο αρχηγός της ΝΔ καταδίκασε κατηγορηματικά την επίθεση που δέχτηκε ο κ. Μπουτάρης. Αναγνώρισε επίσης ότι ως δήμαρχος συνέβαλε στο «άνοιγμα» της Θεσσαλονίκης στον κόσμο. Επισήμανε όμως ότι στις δημοτικές εκλογές οι πολίτες δεν ψηφίζουν με τα κριτήρια της «μεγάλης πολιτικής, αλλά για το ποιος είναι καλός δήμαρχος, δηλαδή για το πρόσωπο εκείνο που εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών, όπως η καθαριότητα. Και σε αυτό το πεδίο, κατά τον κ. Μητσοτάκη, ο Γιάννης Μπουτάρης δεν τα έχει πάει καλά.

Το Κέντρο και το «κόμμα των φτωχών»
 

Το μεγαλύτερο ζήτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ που προκύπτει από την επιλογή Μπουτάρη δεν είναι η αντίδραση Μητσοτάκη –αυτή ήταν μάλλον αναμενόμενη. Το βασικό ζήτημα είναι η αντίφαση που προκύπτει ανάμεσα στο άνοιγμα στο Κέντρο και τη συνεχιζόμενη αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ στην ταξική ιδεολογική προσέγγιση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τα στελέχη και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς δεν άκουσαν με ευχαρίστηση τον κ. Μπουτάρη να λέει, απαντώντας στον πρωθυπουργό: κΑροδεξιοί, ακροαριστεροί, ο φασισμός είναι ένας, είναι το ό,τι λέω εγώ και τίποτε άλλο». Δηλαδή ο κ. Μπουτάρης αναπαρήγαγε, παρουσία του πρωθυπουργού μάλιστα, τη «θεωρία των δύο άκρων» η οποία αποτελεί το «κόκκινο πανί» για τον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια. Αυτή την άποψη έχει όμως έχει ο φιλελεύθερος Μπουτάρης και ποτέ δεν την έκρυψε.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι Γιάννης Μπουτάρης είναι ο κατεξοχήν πολιτικός της αγοράς και της επιχειρηματικότητας. Άλλωστε είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες πολιτικούς που έχουν διαγράψει πετυχημένη πορεία στο χώρο των επιχειρήσεων.  Ακόμα και η σύγκρουση του με τον εθνικισμό γίνεται από τη σκοπιά του «αστικού κοσμοπολιτισμού» και όχι από αυτήν του «προλεταριακού διεθνισμού» ο οποίος αποτελεί την ιδεολογική καταβολή της Αριστεράς. Πώς συνδυάζεται λοιπόν η συνεργασία με ανθρώπους των ανοιχτών επιχειρηματικών οριζόντων σαν τον Μπουτάρη, με τη φιλοδοξία του ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει το «κόμμα των φτωχών» που έχει σα σημαία την «προστασία της εργασίας»; Χαρακτηριστικός αυτής της φιλοδοξίας είναι  ο επίλογος της πρωτολογίας Τσίπα στην προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή για την οικονομία: «Κάθε μέρα που περνάει θα καταγράφουμε και μια νέα νίκη, νίκη υπέρ των δυνάμεων της κοινωνίας, των εργαζόμενων, των ανέργων, εκείνων δηλαδή που έδωσαν την εντολή σε εμάς και βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση έντιμα και καθαρά.»

Ο Καμμένος
 

Η δεύτερη αντίφαση είναι η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ ταυτοχρόνως με τον Γιάννη Μπουράρη και τον Πάνο Καμμένο. Χωρίς διάθεση υπερβολής, ο Γίάννης Μπουτάρης είναι ένας  αντι-Καμμένος, βρίσκεται δηλαδή στους ιδεολογικούς αντίποδες του προέδρου των ΑΝΕΛ. Ό,τι ικανοποιεί τους φίλους του κ. Μπουτάρη, δυσαρεστεί τους ψηφοφόρους του κ. Καμμένου. Πώς θα συνδυαστεί λοιπόν η συνέχιση της κυβερνητικής συνεργασίας των (πάλαι ποτέ) αντιμνημονιακού μετώπου με τη διαμόρφωση ενός νέου εκλογικού «δημοκρατικού μετώπου» με έναν από τους βασικούς εκπροσώπους του «Ναι» στο δημοψήφισμα; Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από το ότι βασικοί πολιτικοί συνομιλητές (κι εν δυνάμει σύμμαχοι) του κ. Καμμένου, όπως ο Φαήλος Κρανιδιώτης, εκφράστηκαν ευμενώς για την επίθεση εναντίον του κ. Μπουράρη.

Τα τελευταία μέτρα
 

Και φιλελεύθερο Κέντρο και ριζοσπαστική Αριστερά και Πάνος Καμμένος ταυτόχρονα;. Προφανώς αυτή η συνύπαρξη δεν έχει μέλλον. Κάποια στιγμή ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να κάνει την επιλογή του ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να διανύσει τα τελευταία (και πιο δύσκολα) μέτρα προς τη νέα πολιτική ταυτότητά του.