Τον Ιούλιο του 2015, μετά από το νικηφόρο (υποτίθεται για την κυβέρνηση) δημοψήφισμα, ο Αλέξης Τσίπρας προσήλθε στη Βουλή και ζήτησε, με διάταξη νόμου, αυξημένη νομιμοποίηση από την εθνική αντιπροσωπεία προκειμένου να διαπραγματευτεί.

Προσοχή! Αναφερόμαστε στην περίοδο που το σύνολο της τότε κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και, φυσικά, οι ΑΝΕΛ πανηγύριζαν ακόμη στους δρόμους για το «όχι» προς τους δανειστές. Και, φυσικά, το 60%+ που είχε ψηφίσει, όπως είχε ζητήσει ο τότε Πρωθυπουργός, χόρευε ακόμη στους ρυθμούς της «εθνικής αξιοπρέπειας».

Ωστόσο, ο κ. Τσίπρας γνώριζε τι ερχόταν. Και μπροστά στον ορατό κίνδυνο εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη εξασφάλισε τη στήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης, προκειμένου να φέρει μία νέα συμφωνία, που λίγο πριν το Δεκαπεντάυγουστο του ίδιου έτους καταγράφηκε ως το «μνημόνιο Τσίπρα – Καμμένου».

Χωρις στήριξη

Τρία χρόνια μετά, ο Πρωθυπουργός ετοιμάζεται να υπογράψει, σε πανηγυρικό κλίμα στις Πρέσπες, μία συμφωνία με τον Ζόραν Ζάεφ σχετικά με την επίλυση του «Σκοπιανού».

Μία συμφωνία που απορρίπτει ο βασικός του κυβερνητικός εταίρος, οι ΑΝΕΛ του Π. Καμμένου, χαρακτηρίζει ως «κακή» ο Πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυρ. Μητσοτάκης και απορρίπτουν, με διαφορετικές αφετηρίες, η πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου.

Κι, όμως, ο κ. Τσίπρας δεν νιώθει, αυτή τη φορά, την ανάγκη να επιβεβαιώσει την στήριξη της Βουλής στην προσπάθειά του. Και, μάλιστα, όχι απλώς για να διαπραγματευτεί πάνω σε κάποιους άξονες, όπως το 2015, αλλά για να υπογράψει μία συμφωνία. Μία συμφωνία, που ακόμη κι αν δεν έρχεται άμεσα στη Βουλή για επικύρωση ή περιλαμβάνει προϋποθέσεις (δημοψήφισμα και συνταγματική αναθεώρηση στην ΠΓΔΜ) δεν παύει να παράγει έννομες συνέπειες και να δεσμεύει διεθνώς τη χώρα.

Το ιστορικό προηγούμενο

Χωράει μεγάλη συζήτηση για το εάν πρόκειται για μια καλή, λιγότερο καλή ή... φρικτή συμφωνία, όπως εσχάτως ισχυρίζονται αρκετοί. Έχει, επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον πως οι, σε ανύποπτους χρόνους, υπέρμαχοι μιας λύσης εμφανίζονται τώρα με λάβαρα και στολές μακεδονομάχων. 'Η πως άνθρωποι που πρακτόρευαν ουσιαστικά τα συμφέροντα της ΠΓΔΜ και του δικαιώματός της να αποκαλείται Μακεδονία (σκέτο), σήμερα προπαγανδίζουν για την προστασία των ελληνικών, εθνικών συμφερόντων. Είναι, δε, περισσότερο από βέβαιο ότι μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θα απέρριπτε ακόμη και την καλύτερη δυνατή συμβιβαστική συμφωνία (διότι, μόνον συμβιβαστική μπορεί πλέον να είναι).

Ωστόσο, οι χειρισμοί που επιλέγονται – και μάλιστα με τον μικρότερο κυβερνητικό εταίρο να δηλώσει εκ του ασφαλούς πως δεν στηρίζει – τελικά υπονομεύουν την ίδια την προσπάθεια να κλείσουν οι πληγές.

Υπό την έννοια αυτή, μοιάζει εύλογη η επισήμανση του Κυριάκου Μητσοτάκη, το πρωί της Τετάρτης, προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι «βρισκόμαστε σε μια κατάσταση η οποία είναι πρωτοφανής για την ελληνική συνταγματική ιστορία, ένας Πρωθυπουργός ο οποίος δεν έχει ξεκάθαρη κοινοβουλευτική εντολή, να έχει πρόθεση να δεσμεύσει τη χώρα και να δημιουργήσει μια πραγματικότητα η οποία, στη συνέχεια, δεν θα μπορεί να αλλάξει».

Το ιστορικό προηγούμενο υπάρχει. Από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα, ως Πρωθυπουργό, το 2015. Θα έχει ενδιαφέρον τί θα επικαλεστεί για να αρνηθεί μία επανάληψή του τώρα.

Η... ελπίδα που φαίνεται να διατυπώνουν πολλά πολιτικά στελέχη ότι η συμφωνία θα απορριφθεί από τους ίδιους τους πολίτες της ΠΓΔΜ στο δημοψήφισμα και, συνεπώς, όλα θα είναι καλά στη συνέχεια, προφανώς δεν αρκεί.