Το καθεστώς που διέπει κοινοβουλευτικά τη διαδικασία της πρότασης δυσπιστίας περιγράφεται στο άρθρο 84 του Συντάγματος και αναλυτικότερα στο άρθρο 142 του Κανονισμού της Βουλής.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό, η πρόταση θα πρέπει να είναι υπογρεγραμμένη από το 1/6 του όλου αριθμού των βουλευτών (50) και να κατατεθεί την ώρα που υπάρχει στην Ολομέλεια δημόσια συνεδρίαση (νομοσχέδιο, κοινοβουλευτικός έλεγχος κτλ). Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει δηλαδή να κατατεθεί είτε κατά τη διάρκεια συζήτησης του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα είτε κατά την ειδική διαδικασία ενημέρωσης του πρωθυπουργού σύμφωνα με το άρθρο 142Α του Κανονισμού της Βουλής.

Μόλις κατατεθεί η πρόταση η Βουλή διακόπτει άμεσα τις εργασίες της για δύο ημέρες, εκτός αν η κυβέρνηση επιλέξει διαφορετικά και εκκινήσει άμεσα τη συζήτηση της πρότασης. Σε κάθε περίπτωση αν η ΝΔ καταθέσει πρόταση πριν τη ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, η συζήτησή και ψήφισή του θα πρέπει να αναβληθεί για την ερχόμενη βδοάδα. 

Παράλληλα όλη η διαδικασία της μομφής θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ως και την δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξής της (μπορεί όμως και νωρίτερα), με τη διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας. Με λίγα λόγια αν η πρόταση κατατεθεί την Παρασκευή τότε θα πρέπει μοιραία να αναβληθεί και το ραντεβού των υπουργών Εξωτερικών στις Πρέσπες. Πάντως στη ψηφοφορία για να γίνει δεκτή η πρόταση θα πρέπει να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, γεγονός που συνεπάγεται αυτόματα την απώλεια της δεδηλωμένης από τη κυβέρνηση.

Αξίζει να σημειωθεί πως η συζήτηση ξεκινά με την ομιλία δύο βουλευτών από εκείνους που έχουν υπογράψει την πρόταση δυσπιστίας, ενώ μέχρι το τέλος των τοποθετήσεών τους, εγγράφονται οι βουλευτές που επιθυμούν να μιλήσουν.